Αναμνήσεις……(Μέρος πρώτο)

(γράφει ο Οδυσσεύς)

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι μου συνέβη σήμερα, αλλά ύστερα από μία μακρά τηλεφωνική συνομιλία με κάποιον παλιό φίλο, που τελευταία μιλώ μαζί του κάθε λίγο και λιγάκι,  αισθάνθηκα να καταλαμβάνομαι από μία παράξενη διάθεση και το μυαλό μου ήταν για πολλές ώρες κολλημένο στο παρελθόν και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από αυτό, όσο και αν προσπάθησα. Περασμένα γεγονότα που είχα ζήσει ερχόταν στην μνήμη μου και μου προκαλούσαν ποικίλα συναισθήματα και σκέψεις. Κάποιες στιγμές αισθανόμουν νοσταλγία για χαρούμενες στιγμές που έζησα σαν νέος, ή θλίψη στην ανάμνηση δυσάρεστων γεγονότων που δεν θα ήθελα να ξαναζήσω. Διαπίστωσα ότι απέναντι σε πολλά από τα γεγονότα αυτά αν μου δινόταν η ευκαιρία να τα ξαναζήσω θα είχα τελείως διαφορετική στάση. Σκέφθηκα να καταγράψω τις σκέψεις μου σε χαρτί και να τις μοιραστώ με τους αναγνώστες μου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα ορεινό άγονο χωριό, λίγο πριν την «επάρατη» όπως την λέγει ο φίλος μου που συνομίλησα σήμερα μαζί του, ή τη «χούντα» όπως την λέγει ο μέσος Έλληνας σήμερα, ή την επανάσταση της 21ης Απριλίου όπως την λέγαμε όλοι τότε.

Θυμάμαι τη ζωή μας πριν την «επάρατη» και μερικά από όσα έζησα τότε στα αλήθεια τα νοσταλγώ: Ξυπνούσαμε με το που χάραζε και κοιμόμασταν αμέσως μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε και τίποτε άλλο διότι στο χωριό δεν υπήρχε ρεύμα. Μαζί με το ρεύμα, μας έλειπαν και το νερό, το ψυγείο, το πλυντήριο, η ηλεκτρική κουζίνα, η τηλεόραση και όλα όσα κάνουν τους ανθρώπους μαλθακούς και καλοπερασάκηδες. Στην οικογένεια όλοι έπρεπε κάτι να κάνουν. Άλλος πήγαινε για ξύλα στο δάσος για να ανάβουμε το τζάκι για να μαγειρεύουμε ή να ζεσταινόμαστε, άλλος πήγαινε με τα παγούρια στη βρύση στους πρόποδες του απέναντι λόφου για να κουβαλήσει νερό, άλλος έκανε ετούτο, άλλος το άλλο, κοκ. Μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι ήταν κάπως σκληρή η ζωή μας τότε, αλλά εγώ προσωπικά την αναπολώ με νοσταλγία.

Όλα άλλαξαν όμως όταν ήρθε η επανάσταση. Επιτρέψτε μου τουλάχιστον σε αυτή την φάση της αναφοράς των αναμνήσεών μου να την αποκαλώ έτσι, διότι εμείς οι απλοί Έλληνες που ζούσαμε στην επαρχία, έτσι την λέγαμε τότε. Όπως έγινε σε όλα τα χωριά της περιοχής μας, αλλά και όλης της Ελλάδος, μας φέρανε μέσα σε λίγους μήνες ρεύμα και δεν χρειαζόταν πλέον να διαβάζουμε με την πετρελαιόλαμπα, ούτε χρειαζόταν να κοιμόμαστε τόσο νωρίς και να μας κοροϊδεύουν ότι «κοιμόμαστε με τις κότες». Ήταν τελείως απλό: Γύριζες τον διακόπτη, μέρα! Τον ξαναγύριζες, νύχτα!

 Έφτιαξαν σύστημα ύδρευσης και δεν χρειαζόταν πλέον να πάμε στον απέναντι λόφο για νερό, διότι μας το έφεραν στην αυλή του σπιτιού μας. Άνοιγες την βρύση και έπαιρνες όσο νερό ήθελες.

Τα σπίτια στα χωριά μας, όπως και σε όλα τα χωριά της Ελλάδος, λόγω ελλείψεως ύδρευσης, δεν διέθεταν τουαλέτα, ούτε μπάνιο και ξαφνικά μέσα σε λίγον καιρό, με χρηματοδότηση από την Νομαρχία απέκτησαν αποχωρητήρια, ενώ όσοι δεν διέθεταν σπίτια και έμεναν σε καλύβες, μπορούσαν με μόνη διαδικασία μια απλή αίτηση σεσημασμένη με πέντε δραχμές χαρτόσημο, να αποκτήσουν άδεια και παίρνοντας και κάποιο δάνειο μπορούσαν να χτίσουν καινούργιο σπίτι. Πολλοί το έκαναν αυτό, διότι ήδη από την αρχή της επανάστασης, τους είχαν χαριστεί όλα τα χρέη που είχαν στις τράπεζες μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών. Σεισάχθεια το λέγανε τότε αυτό και για πολύ καιρό δεν καταλάβαινα τι σήμαινε η λέξη. Αργότερα στο σχολείο έμαθα ότι είναι αρχαία λέξη που σημαίνει την ελάφρυνση των χρεών του λαού, όπως είχε κάνει και ο αρχαίος Σόλων. Δεν μπόρεσα να βρω κάποια άλλη περίπτωση που ξαναέγινε κάτι τέτοιο από την εποχή του Σόλωνα μέχρι την εποχή της «επάρατης», γιατί το συνηθισμένο είναι όταν χρωστάς πέντε δραχμές σήμερα στην τράπεζα αποκλείεται αύριο να αποπληρώσεις λιγότερα. Και τότε τα δάνεια που χρεωστούσε ο κόσμος ήταν συνήθως καλλιεργητικά μικροδάνεια, που χρόνο με τον χρόνο μεγάλωναν λόγω των τόκων και τελικά είχαν καταλήξει να είναι βρόγχος στον λαιμό του ανήμπορου Έλληνα χωρικού.

Εκείνο που επίσης με εντυπωσίασε την εποχή εκείνη, ήταν οι δρόμοι που έγιναν, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο, έφεραν τα χωριά πολύ κοντά στην πόλη. Χωρίς να το πολυσκέφτεται κάποιος, μπορούσε να πάει στην πόλη με την συγκοινωνία για ψώνια ή για να εργαστεί και έπειτα ξαναγυρνούσε στο χωριό όπου έμενε. Ολόκληρη η Ελλάδα συνδέθηκε με τόσο πυκνό οδικό δίκτυο, ώστε με το δίκιο τους κάποιοι έλεγαν ότι έγινε πλέον μία γειτονιά. Και όλα αυτά έγιναν χωρίς το κράτος να πληρώσει χρήματα σε εργολάβους, διότι τα έφτιαχνε το Μηχανικό Σώμα του στρατού. Τυχαίνει και σήμερα να περνάω από κάποιους δρόμους που έκανε τότε ο στρατός και οι οποίοι ακόμη σώζονται και διατηρούνται σε καλή κατάσταση λες και έγιναν για να αντέξουν χίλια χρόνια, ενώ άλλοι που έγιναν 20 ή 30 χρόνια αργότερα εμφανίζουν τόσες φθορές που είναι σαν να έγιναν πριν χίλια χρόνια.

Εμάς τα παιδιά δεν μας πολυενδιέφερε, αλλά όσοι ήταν κάπως μεγαλύτεροι, μπορούσαν με απλούστατες διαδικασίες να πάρουν επαγγελματικά δάνεια και να ξεκινήσουν δικές τους δουλειές, ανάλογα με τις δεξιότητες που είχε ο καθένας. Όσοι δεν ενδιαφέρονταν για να ανοίξουν δική τους δουλειά, μπορούσαν να ψάξουν για δουλειά σε διάφορες επιχειρήσεις που κάθε λίγο και λιγάκι ξεφύτρωναν στην περιοχή.  Σε εμάς όμως, προξένησε μεγάλη χαρά, όταν ακούσαμε ότι θα μας δίδουν τα βιβλία μας δωρεάν και ότι όποιος από εμάς μπορούσε να περάσει τις πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις και έμπαινε σε κάποιο πανεπιστήμιο, θα μπορούσε να τελειώσει τις σπουδές του σχεδόν χωρίς χρήματα. Διαμονή και σίτιση δωρεάν στην φοιτητική εστία, ή διαμονή σε φοιτητικό διαμέρισμα μαζί με άλλους φοιτητές και δωρεάν σίτιση στην φοιτητική λέσχη. Μέχρι τότε η μοίρα των παιδιών των χωριών μας ήταν προκαθορισμένη. Μετά το δημοτικό, μετανάστευση στην Αθήνα, δουλειά σαν λαντζέρηδες ή βοηθοί σερβιτόρων, ώσπου να γίνονταν 16 χρονών για να δικαιούνται χορήγηση ναυτικών φυλλαδίων, μετά μπαρκάρισμα στα καράβια και έπειτα από καιρό ξαναεπέστρεφαν στα χωριά ως κοσμογυρισμένοι ναυτικοί. Θυμάμαι ακόμη τις ιστορίες που οι μεγαλύτεροι διηγούνταν και εμείς οι μικροί ζηλεύαμε και ανυπομονούσαμε πότε θα γίνουμε και εμείς 16 χρονών! Η νέα κατάσταση όμως μας έφερε τα πάνω κάτω και όλα άλλαξαν. Αντί για καράβια και ταξίδια, βρεθήκαμε μπροστά σε άλλη πραγματικότητα. Άλγεβρα, Φυσική, Χημεία, Αρχαία, Νέα και αγώνας για είσοδο στο πανεπιστήμιο.

Στο μεταξύ τα πράγματα άλλαξαν. Ακούσαμε ότι εκείνοι που εμείς θεωρούσαμε ότι είχαν κάνει επανάσταση, δεν ήταν παρά μία χούντα που είχαν σφετεριστεί την εξουσία με σκοπό να αποκτήσουν δόξα και χρήμα. Ακούσαμε ότι ενώ εμείς νομίζαμε ότι οι Έλληνες προοδεύουν και περνάνε καλά, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Είχαν λέει ανοίξει στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τεράστια κρατητήρια, όπου γινόταν βασανιστήρια πολιτών, δολοφονίες και άλλα κακουργήματα, ενώ καθένας που προσπάθησε να μπει εμπόδιο στο δρόμο τους, το πλήρωσε τουλάχιστον με την ζωή του. Μάθαμε ότι κάποτε ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές στο πολυτεχνείο για να διαμαρτυρηθούν και το αποτέλεσμα ήταν να γεμίσει η Αθήνα με νεκρούς, που ούτε να τους μετρήσει κάποιος μπορούσε. Άλλοι λέγανε ότι ήταν λίγες χιλιάδες, αλλά άλλοι πιο καλά πληροφορημένοι μας διαβεβαίωναν ότι υπήρχαν πολλές χιλιάδες νεκροί. Εκεί στο χωριό εμείς δεν μπορούσαμε να ξέρουμε πόσοι ήταν, αλλά ο βενζινάς της περιοχής, μας έδωσε την προσωπική του μαρτυρία, ότι σταμάτησαν στο πρατήριό του αρκετές δεκάδες με νεκροφόρες που μετέφεραν νεκρούς φοιτητές. Μας είπε μάλιστα ότι με τα ίδια του τα μάτια είδε τα παιδιά κάποιου παλιού βουλευτού της ΕΔΑ που τα πέρασαν για να τα κηδέψουν στην πόλη που γεννήθηκαν. Λυπηθήκαμε ιδιαίτερα για όλα αυτά που συνέβησαν, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι πέρα από το να λυπόμαστε. Η στενοχώρια μας έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν λίγο αργότερα μάθαμε από την τηλεόραση ότι οι χούντα πρόδωσε την Κύπρο και οι Τούρκοι μπήκαν και κατέλαβαν σχεδόν το μισό νησί και ευτυχώς που ήλθε από το Παρίσι κάποιος καλός παλιός πολιτικός, που μας λυπήθηκε και μη αντέχοντας να βλέπει την πατρίδα του να χάνεται έτρεξε και μας έσωσε. Δεν μπόρεσε δυστυχώς να σώσει και την Κύπρο, αλλά σε αυτό δεν φταίει αυτός. Τα πράγματα ήταν ολοφάνερα ότι έφταιγαν οι χουντικοί, που σύντομα συνελήφθησαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε ισόβια, εκτός από τους πρωταίτιους που καταδικάστηκαν σε θάνατο. Σε ένδειξη μεγαλοψυχίας όμως, ο πρωθυπουργός, τους χάρισε την ζωή και μετέτρεψε την ποινή τους σε ισόβια, με την διαβεβαίωση ότι, όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια. Εμένα προσωπικά ελάχιστα με επηρέασε αυτό. Πολύ λίγο θα λυπόμουν αν τους εκτελούσαν. Έτσι είχαν στρώσει, έτσι έπρεπε να κοιμηθούν. Ούτε ασχολήθηκα ποτέ μαζί τους. Αργότερα έμαθα ότι πέθαναν στις φυλακές, εκτός από έναν που ήταν υπέργηρος και είχε αποφυλακισθεί. Σκέφθηκα ότι ελεύθερος πιά, απολάμβανε τα αγαθά που είχε κλέψει όταν ήταν στην εξουσία.

Με την πτώση της χούντας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, δημιουργήθηκαν κόμματα στα οποία εντάχθηκαν οι πολίτες, Εμείς δεν ενταχτήκαμε σε κάποιο κόμμα, υπό την έννοια ότι δεν γίναμε μέλη σε κάποιο από αυτά, αλλά συμμετείχαμε στην δημοκρατική διαδικασία, είτε προεκλογικά κολλώντας αφίσες του κόμματος της αρεσκείας μας, είτε και απλά με την ψήφο μας. Εγώ μάλιστα προσωπικά ντρεπόμουν και λίγο, διότι σε όλη την περίοδο της χούντας, δεν είχα πάρει χαμπάρι τι γινόταν. Πολλές φορές σκεφτόμουν ότι δεν μου κόβει και πολύ και αισθανόμουν κάπως μειονεκτικά, διότι διαπίστωσα ότι ήμουν σχεδόν ο μόνος που είχα καταπιεί το παραμύθι των χουντικών περί επαναστάσεως κλπ. Διαπίστωσα ότι όπου και να γύριζα το κεφάλι μου έβλεπα παντού αντιστασιακούς, που άλλος λίγο άλλος πολύ, ο καθένας με τον τρόπο του είχε αντισταθεί στους χουντικούς. Κάποιος από τους φίλους μου, μου διηγούταν με υπερηφάνεια ότι κάποτε που έλαβε μέρος σε μία παρέλαση, ενώ οι διπλανοί του έψελναν τον εθνικό ύμνο, αυτός έκανε πως ανοιγόκλεινε το στόμα του για να μην τον καταλάβουν, ενώ από μέσα του τραγουδούσε το «πότε θα κάνει ξαστεριά». Ο φίλος μου αυτός εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ και λίγο αργότερα το κόμμα τον τίμησε για την αντιστασιακή του δράση και έγινε μέχρι και Υφυπουργός! Εγώ δεν μπήκα σε κανένα κόμμα και ούτε και πολυμπερδεύτηκα. Έβλεπα ότι σχεδόν όλα τα πόστα τα κατέλαβαν άνθρωποι που εγώ δεν ήμουν άξιος ούτε ίσα με το δαχτυλάκι τους. Όλοι τους είχαν αγωνιστεί στο πολυτεχνείο, ή είχαν αναπτύξει ποικίλη αντιστασιακή δραστηριότητα. Ήταν άξιοι και ασφαλώς θέλαν το καλό του ελληνικού λαού. Κάποιες λίγες φορές που ψήφισα, δεν σας κρύβω ότι ψήφισα Νέα Δημοκρατία. Συνήθως όμως προτιμούσα τον καναπέ μου και παρακολουθούσα την διαδικασία των εκλογών από την τηλεόραση. Από εκεί παρακολουθούσα και όλα όσα συνέβαιναν στην χώρα, σε κάθε τομέα, όλα αυτά τα χρόνια. Μπήκαμε στην ΕΟΚ και λίγο αργότερα και στην νομισματική ένωση και αποκτήσαμε καινούργιο νόμισμα. Η χώρα οργανώθηκε διαφορετικά, κατάφερε και οργάνωσε και τους ολυμπιακούς αγώνες, όπου κερδίσαμε και αρκετά μετάλλια, πήραμε επίσης και το κύπελο Ευρώπης στο ποδόσφαιρο, κλπ, κλπ. Και τί δεν έγινε μέσα σε λίγα χρόνια! Η Ελλάδα βγήκε από την αφάνεια και μπορώ να πω ότι έγινε το κέντρο του κόσμου!

Δυστυχώς όμως όλα αυτά κόστισαν αρκετά χρήματα και υποχρεωτικά έπρεπε να δανειστούμε. Δανειστήκαμε λοιπόν και αργότερα ξαναδανειστήκαμε, ώσπου σε κάποια φάση τα δάνεια αυτά δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν. Το χρέος ήταν πολύ μεγάλο, είχε ήδη ξεπεράσει το 120 % του ΑΕΠ! Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο τότε πρωθυπουργός (εμείς οι νεοδημοκράτες τον αποκαλούσαμε μεταξύ μας με το χαϊδευτικό Κωστάκης), προκήρυξε εκλογές. Τις εκλογές αυτές τις κέρδισε ο Γιωργάκης, όπως τον έλεγαν οι πασοκτζήδες, ή ο ΓΑΠ όπως τον λέγαμε εμείς. Συγκίνησε τον κόσμο με την ρητορική του δεινότητα, διαβεβαιώνοντάς τους ότι «λεφτά υπάρχουν» ώστε να περισσέψουν να φάνε και οι κότες! Λίγο μετά που εκλέχτηκε πήγε στο Καστελόριζο και από εκεί ανακοίνωσε την προσφυγή της χώρας στο ΔΝΤ. Δεν πέρασε καιρός και το πρώτο μνημόνιο ήταν έτοιμο. Εμφανίστηκε τότε ο δικός μας, ο Αντωνάκης, ο οποίος έβγαλε έναν καταπληκτικό λόγο στο Ζάππειο που συγκίνησε τους Έλληνες, που σε ελάχιστο χρόνο πέταξαν στην άκρη τον ΓΑΠ και έφεραν το Αντωνάκη, αφού πρώτα στο ενδιάμεσο έγινε πρωθυπουργός κάποιος τραπεζίτης. Μετά από λίγο όμως αφού υπογράφτηκε και δεύτερο μνημόνιο, ο κόσμος ήταν δυσαρεστημένος. Εμφανίστηκε λοιπόν κάποιο παιδί (ο Αλέξης όπως τον έλεγε η γειτόνισσά μου) και υποσχέθηκε ότι θα σκίσει όλα τα μνημόνια και θα τα αλλάξει όλα με ένα νόμο και ένα άρθρο. Οι Έλληνες, που από τη φύση τους είναι λαός που αμέσως αναγνωρίζει τους μεγάλους ηγέτες και τους ακολουθεί πιστά, τον εξέλεξαν και όχι μόνο αυτό, αλλά τον ξαναεξέλεγξαν όταν τους μετέτρεψε το ΟΧΙ σε ΝΑΙ. Αυτός για να τους ανταμείψει τους χάρισε και τρίτο μνημόνιο για να έχουν να ασχολούνται. Δεν του χαρίστηκαν όμως οι Έλληνες όταν πρόδωσε την Μακεδονία και αυτούς που κατοικούν βόρεια της Μακεδονίας (Αλβανούς, Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους, Γύφτους, Τούρκους, κά,), τους ονόμασε κατοίκους της Βόρειας Μακεδονίας. Τον έδιωξαν και έφεραν στην θέση του τον Κυριάκο (η άλλη μου γειτόνισσα τον λέγει Κούλη), ο οποίος είχε υποσχεθεί ότι θα πολεμήσει την Συμφωνία των Πρεσπών, αφού δεν μπορεί να την καταργήσει και θα βάλλει βέτο στην είσοδο των Σκοπιανών στην ΕΟΚ, ώσπου να διορθωθούν σε ότι αφορά το θέμα της εθνικότητας και της γλώσσας.

Ήλθε λοιπόν ο Κυριάκος και νάτος ακόμη εδώ τον είναι. Μάς μάντρωσε όλους στα σπίτια μας διότι όπως λένε αν είμασταν έξω θα πεθαίναμε από κάποιο θανατικό και κάθε λίγο και λιγάκι μας απευθύνει και από ένα διάγγελμα όπου κάθε φορά έχει να μας ανακοινώσει και κάτι καλό. Από το τελευταίο, μου έμεινε ότι η οικονομία μας πάει πολύ καλά και ότι το χρέος μας(που τώρα είναι 240 % του ΑΕΠ), είναι διαχειρίσιμο και βιώσιμο.

Αυτό το μάντρωμα σε εμένα, αλλά και σε πολλούς ακόμη Έλληνες, μας έκανε μεγάλη ζημιά.

Ξέρεις τι είναι να θέλεις να βγεις μια βόλτα στο δάσος, να πάρεις λίγο καθαρό αέρα και να έρχεται ο χωροφύλακας να σου βάζει πρόστιμο, διότι όπως λέει δεν φοράς μάσκα και μπορεί να μεταδώσεις στα δένδρα τον κορονοϊό; Από την άλλη μεριά όμως είχε και τις ευχάριστες εκπλήξεις.

Για εμένα η πιο μεγάλη έκπληξη, ήταν η εμφάνιση κάποιου παλιού μου φίλου, ο οποίος μου τηλεφωνούσε τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και μιλούσαμε με τις ώρες. Μιλούσαμε για τα παλιά, για τα παιδικά μας χρόνια και για τόσα άλλα πράγματα. Είχα πολλά χρόνια να μιλήσω μαζί του! Τον απέφευγα και λίγο, γιατί ότι και να του έλεγε κάποιος, από εδώ το πήγαινε από εκεί το έφερνε, όλο για την χούντα μιλούσε. Την ονόμαζε «επάρατη» βάζοντας τη λέξη σε εισαγωγικά και όταν του έλεγες κάτι που δεν συμφωνούσες με όσα έκανε η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση, σου έλεγε: «Εστι γαρ δίκης οφθαλμός.  Καλά να πάθετε. Αυτούς που σας ευεργέτησαν τους αφήσατε να πεθάνουν στην φυλακή».

Τώρα με τον κορονοϊό, θέλησα να διερευνήσω γιατί μιλάει έτσι και αποτέλεσμα τούτου ήταν να του δώσω την δυνατότητα να μου ξεδιπλώσει τις σκέψεις του και δεν σας κρύβω ότι σε πολλά πράγματα με προβλημάτισε, ενώ σε άλλα με έκανε να αισθανθώ τύψεις συνειδήσεως για κάποια απλά πράγματα που δεν μπορούσα να τα δω ενώ ήταν μπροστά στα μάτια μου. Πολλές φορές με έπιανε μονότερμα στην κουβέντα και ίσια -ίσια που προλάβαινα και έπαιρνα τον λόγο, μόνο και μόνο για να του κάνω κάποια ερώτηση. Αναφέρω κάποια σημεία των συζητήσεών μας, για να καταλάβετε τι εννοώ:

Ερώτ.: Φίλε μου, σε ακούω να βάζεις όλους τους πολιτικούς σε ένα τσουκάλι και να λες ότι όλοι είναι υπεύθυνοι για τα χάλια της χώρας μας. Αλήθεια πως το δικαιολογείς αυτό;

Απάντ.: Καλά δεν το βλέπεις; Δεν βλέπεις ότι όλοι είναι τα παιδιά της μεταπολίτευσης; Τα παιδιά της γενιάς του πολυτεχνείου; Κορόιδεψαν τον ελληνικό λαό, πήραν την εξουσία και μαζί με αυτή πήραν μία χώρα που ήταν τελείως ξεχρέωτη, μια χώρα με πολύ ανεπτυγμένη βιομηχανία και βιοτεχνία και αυτή τη χώρα την καταχρέωσαν, διέλυσαν την βιομηχανία της, έκλεισαν τις βιοτεχνίες της, και κατάντησαν τους Έλληνες γκαρσόνια των ξένων ή εργάτες στο εξωτερικό; Που είναι η ιζόλα; Που είναι η Πίτσος; Που είναι η Πειραϊκή – Πατραϊκή; Που είναι τα κλωστοϋφαντουργεία της Δυτικής Μακεδονίας; Η βιομηχανία Ζαχάρεως; Πού είναι όλες οι επιχειρήσεις που υπήρχαν το 1974 για να μην τις λέγω μια – μία; Και τι παράγει η χώρα σήμερα; Οι ντομάτες έρχονται από την Ισπανία, τα αγγούρια από το Βέλγιο, τα λεμόνια έρχονται από την Τουρκία, τα…τα…τα.. έρχονται από…από…από… κοκ.

 Μήπως θεωρείς ότι τα χρήματα που χρωστάει η χώρα, χρησιμοποιήθηκαν για άλλο σκοπό, πέραν του να γεμίσουν τις τσέπες τους; Όλοι οι πολιτικάντηδες πριν μπουν στην πολιτική ήταν μπατίρηδες. Πώς έγιναν τώρα ζάμπλουτοι; Που βρήκαν τα εκατομμύρια που έχουν; Μήπως πίστεψες αυτόν που είπε ότι «μαζί τα φάγαμε» και πιστεύεις ότι έφαγαν και αυτοί όσα «έφαγες» και εσύ; Αν ήταν έτσι θα είχες και εσύ όσα έχουν και αυτοί!

Όταν πήραν την χώρα από την «επάρατη», η χώρα ήταν ξεχρέωτη, παρά του ότι είχαν αγοράσει ένα σωρό όπλα με ελληνικά χρήματα, για πρώτη φορά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η δραχμή ήταν το ισχυρότερο νόμισμα του κόσμου και λίγο αργότερα οι πολιτικάντηδες την κατάντησαν τουαλετόχαρτο. Εισέρευσαν τεράστια πακέτα στήριξης από την ΕΟΚ δήθεν για να γίνουν έργα υποδομής. Που πήγαν; Κανείς δεν γνωρίζει. Αναζητούνται και ο ευρών αμειφθήσεται. Εκτός από αυτό, δανείστηκαν χωρίς να σκέφτονται πότε και ποιος θα τα πληρώσει. Δανείστηκαν σε συνάλλαγμα με επιτόκιο, μέχρι και 17,5 % !!!

(συνεχίζεται…)

Πηγή εικόνας

3 σκέψεις σχετικά με το “Αναμνήσεις……(Μέρος πρώτο)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.