Πρώτα συμπεράσματα από την ουκρανική αντεπίθεση

Σε κάθε περίπτωση αυτή η αντεπίθεση θα προκαλέσει σημαντικές πολιτικές εξελίξεις.

Ενώ η παγκόσμια κοινωνία του θεάματος τιμά το λαμπρό της τέκνο, τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β’ και ετοιμάζει νέες σαπουνόπερες με επίκεντρο τη βασιλική οικογένεια του Ηνωμένου Βασιλείου, σοβαρά γεγονότα λαμβάνουν χώρα στο μέτωπο της Ουκρανίας, τα οποία αφενός προσφέρουν χρήσιμα μαθήματα στρατιωτικής και πολιτικής διαχείρισης, αφετέρου επηρεάζουν την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια.

Οι ουκρανικές δυνάμεις, μετά την αποτυχημένη αντεπίθεσή τους στην περιοχή της Χερσώνας, εξαπέλυσαν μια πολύ ισχυρότερη, προσεκτικότερη και αποτελεσματικότερη αντεπίθεση στην περιοχή του Ιζιούμ, στο Χάρκοβο. Θα πρέπει προκαταβολικώς να πούμε ότι ούτε μπορούμε να έχουμε απολύτως καθαρή εικόνα για την πορεία των μαχών, ούτε έχει νόημα να αποπειραθούμε να δώσουμε σε ένα τέτοιο άρθρο πλήρη περιγραφή των πολεμικών γεγονότων, μέχρι τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές.

Οι αντεπιθέσεις των Ουκρανών είχαν προαναγγελθεί από αρκετές εβδομάδες πριν. Με δεδομένο ότι ο πόλεμος είναι πάντα η συνέχιση της πολιτικής και με άλλα μέσα, η εξαπόλυση τέτοιων αντεπιθέσεων, πέρα από τους επιχειρησιακούς στόχους (ανακατάληψη εδαφών και παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού ρωσικών δυνάμεων στην επαρχία του Χαρκόβου, ώστε σταδιακώς να αποκοπούν από τις φίλιες δυνάμεις και να καταστραφούν) εξυπηρετούν τους πολιτικούς στόχους του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, που άλλωστε έχουν αναλάβει στην πραγματικότητα τη διεξαγωγή του πολέμου από την πλευρά της Ουκρανίας.

Οι στόχοι αυτοί είναι, πρώτον, να αποδειχτεί ενόψει ενός καταστροφικού για την Ε.Ε. χειμώνα και ενόψει ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, ότι η Ουκρανία κερδίζει και ότι δεν πηγαίνουν χαμένα τα δισεκατομμύρια βοήθειας ημών των πολιτών της «Δύσης». Δεύτερον, να πληγεί το γόητρο και η ισχύς των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και του Ρώσου προέδρου. Τρίτον, να δοκιμαστεί ο νέος ΝΑΤΟ-ουκρανικός στρατός στο πεδίο της μάχης, ο οποίος προετοιμάζεται εδώ και οκτώ χρόνια, αλλά κυρίως το τελευταίο εξάμηνο.

Επιστρέφοντας στο πεδίο των μαχών υπό το φως των ανωτέρω λοιπόν, στην περιοχή του Χαρκόβου έχουμε μέχρι τώρα συγκέντρωση ισχυρών ουκρανικών δυνάμεων, οι οποίες πέτυχαν να διασπάσουν τις ρωσικές αμυντικές γραμμές, χρησιμοποιώντας ένα υβρίδιο νατοϊκών και σοβιετικών τακτικών. Μάλιστα φαίνεται ότι αξιοποίησαν και τακτικές ISIS (δηλαδή του ΝΑΤΟ, επιτρέψτε μας να πούμε), με επιθέσεις μικρών και ευκίνητων ομάδων, οι οποίες αποδιοργανώνουν τις αντίπαλες άμυνες, ανοίγοντας ρήγματα.

Αξιοποίησαν τον υπερσύγχρονο οπλισμό από τη Δύση και έριξαν στη μάχη τις πλέον έμπειρες και καλά εκπαιδευμένες δυνάμεις τους, όπως και πολλούς ξένους μισθοφόρους (ουσιαστικά στελέχη, στρατών του ΝΑΤΟ). Παρότι η αντεπίθεσή τους είχε προαναγγελθεί, κατόρθωσαν να αιφνιδιάσουν τις ρωσικές δυνάμεις, κάτι που σίγουρα γεννά ερωτηματικά για το επίπεδο της ρωσικής διοίκησης, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περιοχή του μετώπου.

Οι ουκρανικές δυνάμεις πέτυχαν μέχρι τουλάχιστον την 9η Σεπτεμβρίου να έχουν τον μερικό έλεγχο στο συγκεκριμένο πεδίο, παρά την υπεροχή των Ρώσων σε αεροπορικά μέσα και σε δυνάμεις πυροβολικού γενικώς στο πλαίσιο του πολέμου.

Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, οι Ρώσοι μεταφέρουν εσπευσμένα δυνάμεις (τους μισθοφόρους της Wagner και ελίτ δυνάμεις, μαζί με πυροβολικό) προκειμένου να αμυνθούν πρώτα επιτυχώς και έπειτα να αντεπιτεθούν. Αν για τους Ουκρανούς το διακύβευμα είναι η αποκοπή των ρωσικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή του Χαρκόβου, για τους Ρώσους, μια πετυχημένη καθήλωση της ουκρανικής αντεπίθεσης και ανάληψη της πρωτοβουλίας, θα σημάνει ότι ενδεχομένως οι Ουκρανοί θα χάσουν τις καλύτερες δυνάμεις τους, με συνέπεια μια συνολικότερη αποδιάρθρωση ή και κατάρρευση της αμυντικής τους δυναμικής.

Ωστόσο, η δουλειά των Ρώσων, τόσο ως προς την άμυνα, όσο και ως προς την αντεπίθεσή τους, κάθε άλλο παρά εύκολη είναι και η νίκη τους, κάθε άλλο παρά δεδομένη.

Τα παραπάνω ζητήματα μας προσφέρουν ορισμένα διδάγματα: το πρώτο συνίσταται στο ότι έχουμε περάσει σε μια νέα φάση του συγκεκριμένου πολέμου. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία έχουμε περάσει στον απευθείας, πλην όχι κατακλυσμιαίο ακόμα, παγκόσμιο πόλεμο με χώρο διεξαγωγής την Ουκρανία.

Ο πόλεμος λαμβάνει χώρα, εμφανώς πλέον, μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ, όχι μόνο εξοπλίζει την Ουκρανία και μάλιστα με υπερσύγχρονο οπλισμό, αλλά και εκπαιδεύει νέες ουκρανικές μονάδες, παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξέλιξη των επιχειρήσεων σε ζωντανό χρόνο, συμμετέχει στη λήψη όλων των αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα διοίκησης και παρέχει μισθοφόρους, δηλαδή στην πραγματικότητα στελέχη.

Οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις του Φεβρουαρίου του 2022 ήταν πολύ ανώτερες από τις αντίστοιχες του 2014, όπως και οι σημερινές από εκείνες του Φεβρουαρίου. Ο έλεγχος από τις ΗΠΑ είναι απόλυτος στο στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο, ενώ μια εξόχως προβληματική και διεφθαρμένη, πλην όμως υπαρκτή και διαρκής, ροή οπλισμού έχει κατοχυρωθεί.

Οι Ρώσοι, όσο παρατείνεται ο πόλεμος θα έχουν να αντιμετωπίζουν ικανότερες και διεθνοποιημένες ένοπλες δυνάμεις.

Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι ενώ το ΝΑΤΟ «πάτησε» ρωσικές κόκκινες γραμμές ως προς τον οπλισμό τον οποίο στέλνει στους Ουκρανούς, η Ρωσία δεν απάντησε, όπως προειδοποιούσε, με επιθέσεις στα κέντρα λήψης απόφασης μέσα στην Ουκρανία, ούτε και εκτός αυτής. Αυτή η κατάσταση, ενδεχομένως πείθει κύκλους της Ουάσιγκτον να γίνουν ακόμα πιο τολμηροί. Η Ρωσία πλήρωσε στη θάλασσα την μη αποτροπή μεταφοράς του εν λόγω οπλισμού με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο.

Δεύτερον, ο ελέφαντας στο δωμάτιο είναι το πώς διεξάγεις έναν ολοκληρωτικό ως προς το σκοπό του πόλεμο χωρίς ολοκληρωτικά μέσα. Οι Ρώσοι διεξάγουν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο ως προς το σκοπό του (πλήρης έλεγχος της Ουκρανίας). αλλά ακόμα σαφέστερα ως προς το αντικειμενικό του αποτέλεσμα: το πρώτο βήμα προς έναν πολυκεντρικό κόσμο ή τη διάλυση της Ρωσίας. Σε ένα γιγάντιο μέτωπο και πολεμώντας με το ΝΑΤΟ, η Ρωσία έχει παρατάξει όχι πάνω από 250.000 στελέχη, χωρίς να έχει προβεί σε επιστράτευση κανενός είδους.

Είναι κατανοητό ότι σε μια καταναλωτική κοινωνία όπως είναι η ρωσική, ο πρόεδρος Πούτιν θέλει να μην διαταράξει με κανέναν τρόπο την αίσθηση κανονικότητας στη ρωσική κοινωνία. Με την ύφεση να απορροφάται, τον πληθωρισμό να ελέγχεται και τα κρατικά ταμεία να γεμίζουν με ρούβλια, η ρωσική ηγεσία επαίρεται ότι ταυτοχρόνως πολεμά με το ΝΑΤΟ και κρατά τη ρωσική κοινωνία και οικονομία σταθερή ή ακόμα και σε καλύτερη κατάσταση από τις αντίστοιχες της Δύσης.

Κάτι αντίστοιχο έκαναν μετά το Βιετνάμ οι ΗΠΑ. Μόνο που το έκαναν απέναντι σε εμφανώς υποδεέστερους αντιπάλους και πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την επικράτειά τους. Και παρεμπιπτόντως, στο τέλος έχασαν σε όλους αυτούς τους πολέμους.

Η Ρωσία χρειάζεται πολλές, πολύ καλά εκπαιδευμένες δυνάμεις. Αυτό προϋποθέτει κάποιου είδους κινητοποίηση του λαού. Προς το παρόν, την περιορίζει στην περιοχή του Ντονμπάς και σε επαγγελματικές ή μισθοφορικές δυνάμεις. Ο έλεγχος όμως κατ’ ουσίαν ολόκληρης της Ουκρανίας προϋποθέτει μια πολύ ευρύτερη κινητοποίηση.

Τρίτον, και οι δύο πλευρές, Ρωσία και ΝΑΤΟ επιλέγουν έναν πόλεμο φθοράς. Η Ρωσία θεωρεί ότι ο χειμώνας δουλεύει προς όφελός της και έχει δίκιο. Το ΝΑΤΟ εκτιμά ότι μπορεί μετατρέποντας την Ουκρανία σε ένα ευρωπαϊκό Αφγανιστάν, να κουράσει και να γονατίσει τη Ρωσία. Το ΝΑΤΟϊκό σχέδιο έχει έναν υψηλότερο βαθμό επισφάλειας από το ρωσικό, για λόγους τους οποίους έχουμε αναλύσει και σε προηγούμενα άρθρα μας, με σημαντικότερη την αστική και εθνοτική σύνθεση της Ουκρανίας.

Αντιθέτως, ο ρωσικός οικονομικός πόλεμος φθοράς παράγει ήδη αποτελέσματα. Η Ρωσία έχει κάθε λόγο να περιμένει τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και την πολιτική αναταραχή στην Ε.Ε. Ωστόσο, ο πολύ λογικός αυτός σχεδιασμός από ρωσικής πλευράς οφείλει να συμπορεύεται με τις εξελίξεις στο μέτωπο. Για να αποδειχτεί πετυχημένος, θα πρέπει να συνοδεύεται από μια σταθερά καλή κατάσταση για τις ρωσικές δυνάμεις επί του πεδίου. Καταστάσεις όπως η συγκεκριμένη ουκρανική αντεπίθεση είναι πιθανό να επιδράσουν με μη γραμμικό τρόπο στην ψυχολογία και επομένως στη συνολική αποτελεσματικότητα της ρωσικής στρατιωτικής και πολιτικής μηχανής, αν δεν ελεγχθούν άμεσα.

Τέταρτον, ενώ η Δύση διαθέτει καλοδουλεμένους από δεκαετίες, μηχανισμούς οικονομικής, στρατιωτικής και επικοινωνιακής συνεργασίας, η Ρωσία, η Κίνα και οι σύμμαχοί τους δεν έχουν αντίστοιχους μηχανισμούς συνεργασίας ακόμα. Λογικό μεν, προβληματικό δε. Στο επίπεδο της οικονομικής και στρατιωτικής συνεργασίας, το «αντι-δυτικό μέτωπο» έχει πολύ δρόμο να διανύσει, έως ότου πλησιάσει το βαθμό εσωτερικής συνεργασίας που διαθέτει η Δύση. Στις δεδομένες πολεμικές συνθήκες, πρόκειται για ένα μεγάλο πρόβλημα, το οποίο θα κληθεί ενδεχομένως να αντιμετωπίσει και η Κίνα ως προς την Ταϊβάν, αλλά και το Ιράν σε σχέση με τις δικές του πολεμικές εμπλοκές.

Σε κάθε περίπτωση, η ουκρανική αντεπίθεση θα προκαλέσει σημαντικές πολιτικές εξελίξεις. Η λογική λέει ότι η ρωσική πλευρά θα κατορθώσει να σταθεροποιήσει το μέτωπο και ότι με έστω σημαντικές απώλειες θα ανακόψει τον κίνδυνο. Αν η νίκη οποιασδήποτε πλευράς είναι καθαρή (πράγμα αρκετά πιθανό) μπορεί να προκύψει μεγαλύτερη διάθεση για διαπραγματεύσεις (αν και στην πλευρά της Ουκρανίας, είναι μάλλον απίθανο οι ΗΠΑ να τις επιτρέψουν). Ακόμα και στην περίπτωση ρωσικής νίκης επίσης, είναι μάλλον βέβαιο ότι θα δούμε ένα νέο γύρο αλλαγών στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και στις τακτικές τους.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.