Άβολες πραγματικότητες

Η πράξη της ενσωμάτωσης κατά τη Ρωσία βασίζεται στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών. Για τις ΗΠΑ πρόκειται για παραβίαση του διεθνούς δικαίου, έγκλημα και άλλα.

Ρώσος πρόεδρος, όπως ήταν αναμενόμενο, προέβη στην επικύρωση της ενσωμάτωσης στη Ρωσία τεσσάρων άλλοτε ουκρανικών περιοχών, με συμπαγείς ρωσικούς πληθυσμούς. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά για αυτήν την εξέλιξη, όπως, για παράδειγμα, πώς είναι δυνατόν, η Ουκρανία να κερδίζει τον πόλεμο, αλλά να ακρωτηριάζεται, να παρακαλά ξανά τη Δύση για άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ, εισπράττοντας ωστόσο άρνηση – και πολλά άλλα. Θα τα δούμε εν ευθέτω χρόνω. Εδώ θέλουμε να ασχοληθούμε με αυτήν καθ’ εαυτήν την πράξη της ενσωμάτωσης, η οποία κατά τη Ρωσία βασίζεται στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των κατοίκων των εν λόγω περιοχών. Για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους αντιθέτως, πρόκειται για παραβίαση του διεθνούς δικαίου, έγκλημα και πολλά άλλα.

Χωρίς να θέλουμε να υπεισέλθουμε σε μια ανάλυση διεθνούς δικαίου, να επισημάνουμε απλώς ότι σε αυτήν την ιστορία υπάρχουν πολλές άβολες αλήθειες. Η πρώτη είναι ότι η αυτοδιάθεση συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο ουκ ολίγες φορές συγκρούεται με προϋπάρχοντα κρατικά σύνορα. Βεβαίως, έχει καταβληθεί η προσπάθεια να κηρυχθεί παράνομη η όποια αλλαγή συνόρων εξαιτίας του δικαιώματος αυτοδιάθεσης μετά τη διαδικασία της απο-αποικιοποίησης, ωστόσο κάθε άλλο παρά κοινώς αποδεκτή στην πράξη αποδεικνύεται αυτή η προσέγγιση. Επιπλέον, ελάχιστα σοβαρά ερείσματα μπορεί να βρει στη θεωρία του διεθνούς δικαίου.

Η δεύτερη άβολη αλήθεια έχει να κάνει με μια γειτονική μας χώρα, της οποία το όνομα μετά βεβαιότητας θα έχουμε ξεχάσει σύντομα, στο πλαίσιο της αμερικανοκρατίας. Ήταν η Γιουγκοσλαβία. Τμήμα δε αυτής, ήταν το Κοσσυφοπέδιο. Στο Κοσσυφοπέδιο έγιναν διάφορα πράγματα από τη Δύση, τα οποία η τελευταία θα ήθελε τώρα να λησμονήσουμε. Δεν θα της κάνουμε τη χάρη.

Το προηγούμενο του Κοσσυφοπεδίου είναι εδώ για να μας στοιχειώνει και δεν μπορεί να απορριφθεί τόσο ελαφρά τη καρδία.Το Κοσσυφοπέδιο, μια περιοχή έντονων ιστορικών διεκδικήσεων, στο πλαίσιο της πρώην Γιουγκοσλαβίας απολάμβανε αυτονομία, αν και όχι ως συστατικό έθνος οποιασδήποτε από τις έξι ομόσπονδες δημοκρατίες. Εντάσεις υπήρχαν, ωστόσο η κατάσταση διατηρούνταν σχετικά ήρεμη και ελεγχόμενη όσο ο Τίτο παρέμενε ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας.

Μετά τον θάνατο του Τίτο και στο πλαίσιο προϊούσας αποσύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας, οι αλβανόφωνοι ενέτειναν τις διεκδικήσεις τους για ανεξαρτησία. Η ανάκληση της αυτονομίας του Κοσσυφοπεδίου από τις ομοσπονδιακές αρχές της Γιουγκοσλαβίας, συνδυάστηκε (ή οδήγησε) τους αλβανόφωνους να δημιουργήσουν τους δικούς τους “υπόγειους” θεσμούς. Αφού οργάνωσαν ένα παράνομο κατά με το σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας δημοψήφισμα, κήρυξαν την ανεξαρτησία τους στις 19 Οκτωβρίου 1991.

Προφανώς, οι ομοσπονδιακές αρχές της Γιουγκοσλαβίας αντέδρασαν, προκειμένου να διαφυλάξουν έστω ένα μέρος της ενότητας του κράτους. Η ΕΣΣΔ είχε μόλις διαλυθεί και η Ρωσία του Γιέλτσιν τύγχανε αντιμετώπισης γελωτοποιού από τις ΗΠΑ, οπότε οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος της Γιουγκοσλαβίας ούτως ή άλλως. Η Γερμανία και η Ε.Ε. ήθελαν από καιρό να τη διαλύσουν και είχαν αποδείξει ότι δεν είχαν πρόβλημα να αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης για οποιονδήποτε πληθυσμό της Γιουγκοσλαβίας βόλευε τα συμφέροντά τους, πλην των Σέρβων, όπως αποδείχτηκε στο πλαίσιο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

Από το 1996, ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσυφοπεδίου (UCK) ξεκίνησε ένοπλη εξέγερση εναντίον των γιουγκοσλαβικών αρχών, με συνέπεια συγκρούσεις με την αστυνομία και τον Ομοσπονδιακό Στρατό της Γιουγκοσλαβίας. Η ένταση της σύγκρουσης οδήγησε σε πολλά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με το Κεφάλαιο VII του Χάρτη, τα οποία καλούσαν τις δυνάμεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΟΔΓ) να απόσχουν από βίαιες ενέργειες, επιβεβαιώνοντας παράλληλα την κυριαρχία της επί του Κοσσυφοπεδίου.

Ενώ, το 1998, επιτεύχθηκε μια αρχική, διεθνής συμφωνία, οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν με βασική την ευθύνη του UCK. Ο «θείος Σαμ» έγνεφε άλλωστε πως η υπόθεση δεν είχε τελειώσει. Οι διαπραγματεύσεις οι οποίες ακολούθησαν σημαδεύτηκαν από το νατοϊκό τελεσίγραφο εναντίον της Σερβίας, στο Rambouillet. Η ΟΔΓ, δηλαδή πρακτικά η Σερβία, έπρεπε να δεχτεί μια πλήρη, νέα κατοχή από τις ΗΠΑ, αλλιώς τα “stealth” θα αναλάμβαναν δράση. Η άρνηση της ηγεσίας της Σερβίας να παραδοθεί, πράγματι ακολουθήθηκε από τη στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ, κατά παράβαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Χωρίς πολλά-πολλά, ο Μιλόσεβιτς ήταν δικτάτορας, η Σερβία τελούσε γενοκτονία και ως εκ τούτου έπρεπε να ξεμπερδεύουμε μαζί τους στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής επέμβασης. Μόνο που τόσα χρόνια μετά, οι αποδείξεις για τη γενοκτονία δεν έχουν βρεθεί, ενώ αντιθέτως, μόλις η διεθνής δικαστής Carla Del Ponte τόλμησε να μιλήσει για εμπόριο οργάνων από τους αλβανοφώνους εις βάρος των Σέρβων, κατηγοριοποιήθηκε ως περίπου «ψεκασμένη».

Μετά από αρκετές εβδομάδες βομβαρδισμών και αφού είχαν χτυπηθεί γέφυρες, τηλεοπτικοί σταθμοί, πρεσβείες κλπ., ήρθε η συνθηκολόγηση της Σερβίας και εγκρίθηκε το ψήφισμα 1244 (1999) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, δυνάμει του κεφαλαίου VII. Το ψήφισμα επαναβεβαίωσε την ενότητα της ΟΔΓ, αλλά στην πράξη αφαίρεσε κάθε πρακτικό και αποτελεσματικό έλεγχο από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση επί του Κοσσυφοπεδίου.

Η αυτοδιοίκηση του Κοσσυφοπεδίου σε πλαίσιο αυτονομίας, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα κάποια στιγμή στο μέλλον, απλώς κατέστησε de facto πραγματικότητα το αίτημα για πλήρη ανεξαρτησία. Οποιαδήποτε προσπάθεια εξεύρεσης κοινού εδάφους μεταξύ Σερβίας και Κοσσυφοπεδίου απέτυχε. Οι αρχές του Κοσσυφοπεδίου διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους ξανά, το 2008 και σταδιακώς βρήκαν συμπαραστάτες σταδιακώς σε 117 κράτη, τα οποία έχουν αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου. Μερικά από αυτά είναι οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, φυσικά η Τουρκία, η Αυστραλία, η Ιταλία, η Πολωνία και για να μη σας κουράζουμε, όλοι σχεδόν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ – και όχι μόνο. Το καλύτερο; Κανείς δε διανοήθηκε, οποιαδήποτε κύρωση εναντίον τους.

Οι άβολες αλήθειες ωστόσο, δεν σταματούν εδώ. Στις 8 Οκτωβρίου 2008, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, με το ψήφισμα 63/3, απηύθυνε ερώτημα στο Διεθνές Δικαστήριο εάν η μονομερής διακήρυξη ανεξαρτησίας από πλευράς Κοσσυφοπεδίου ήταν συμβατή με το διεθνές δίκαιο.

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου βασίστηκε στη διάκριση μεταξύ της πράξης διακήρυξης της ανεξαρτησίας, αφενός, και της ύπαρξης δικαιώματος απόσχισης, αφετέρου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε (πολύ βολικά, οφείλουμε να ομολογήσουμε) ότι δεν χρειάζεται να λάβει θέση επί του ζητήματος αν το διεθνές δίκαιο παρέχει στο Κοσσυφοπέδιο το δικαίωμα να διακηρύσσει μονομερώς την ανεξαρτησία του ή, κατά μείζονα λόγο, επί του ζητήματος αν το διεθνές δίκαιο παρέχει το δικαίωμα σε οντότητες εντός ενός κράτους να αποσχίζονται μονομερώς από αυτό.

Κατά το Δικαστήριο, μια συγκεκριμένη πράξη, όπως η μονομερής ανακήρυξη ανεξαρτησίας, μπορεί να μην παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, χωρίς να συνιστά κατ’ ανάγκη άσκηση δικαιώματος. Κοινώς μας είπε ότι η διακήρυξη ανεξαρτησίας από μια οντότητα, βρίσκεται εκτός των ορίων ελέγχου του διεθνούς δικαίου.

Επιπλέον, το Διεθνές Δικαστήριο, αρνήθηκε να σχολιάσει την έκταση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος επανορθωτικής απόσχισης. Το Δικαστήριο εκμεταλλεύτηκε τον τρόπο της ερώτησης, καταλήγοντας σε μια προβληματική απόφαση σύμφωνα με ένα μεγάλο μέρος των νομικών διεθνολόγων, όσον αφορά το τι είπε και τι όχι.

Η ουσία του συλλογισμού του Δικαστηρίου είναι το επιχείρημα του δικαστής Τζέιμς Κρόφορντ ότι περίπου ο καθένας μπορεί να πει οτιδήποτε, χωρίς να εγείρεται νομικό ζήτημα και επομένως χωρίς να μπορεί να κριθεί παράνομος ο ισχυρισμός. Το επιχείρημα είναι, αντικειμενικά και νομικά, εντυπωσιακά αφελές. Ξαφνικά, η διακήρυξη ανεξαρτησίας από μια οντότητα, η οποία μάλιστα προκαλεί και νομιμοποιεί έναν πόλεμο, εξισώνεται με έναν ιδιόρρυθμο τύπο, ο οποίος αυτοανακηρύσσεται ιδρυτής ή κάτοικος, οποιασδήποτε φανταστικής χώρας.

Η πραγματικότητα φυσικά είναι ότι ειδικά μέσα σε μια ήδη διαταραγμένη εσωτερική κατάσταση, η διακήρυξη της ανεξαρτησίας και της απόσχισης από το πολιτικό σώμα του κράτους, συνιστά ρήξη με την εσωτερική νομιμότητα, αμφισβητώντας την κρατική κυριαρχία, η οποία έτσι εμφανίζεται τραυματισμένη ενώπιον της διεθνούς κοινότητας.

Το κυριότερο όμως ζήτημα με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου συνίσταται στο ότι αν η διακήρυξη της ανεξαρτησίας μιας οντότητας, δεν είναι παράνομη κατά το διεθνές δίκαιο, πώς μπορεί να καθίσταται παράνομη η αναγνώρισή της από τρίτα κράτη; Και αν επιπλέον δεν είναι παράνομο να διακηρύσσεις ότι είσαι ανεξάρτητος, γιατί είναι παράνομο να διακηρύσσεις ότι καθίστασαι τμήμα ενός άλλου κράτους;

Μπορεί όλα αυτά να μην είναι καθόλου ευχάριστα, ωστόσο η Ρωσία δεν κάνει σήμερα κάτι πολύ διαφορετικό από το να επικαλείται το προηγούμενο το οποίο διαμόρφωσε η Δύση και το Διεθνές Δικαστήριο.

Άβολη αλήθεια τρίτη και τελευταία: πράγματι, η χρήση πυρηνικών όπλων δεν απαγορεύεται κατά το διεθνές δίκαιο. Ξέρετε γιατί; Γιατί σε αυτό ομονοούν επί της αρχής, όλες οι πυρηνικές δυνάμεις. Ποιο το νόημα να απαγορεύσουν στους εαυτούς τους, τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το πιο ισχυρό και τρομακτικό τους όπλο; Πράγματι δε, είναι οι ΗΠΑ εκείνες που έχουν χρησιμοποιήσει πυρηνικά, εναντίον μάλιστα πολιτικών στόχων, με το απλό επιχείρημα ότι έτσι συντόμευσαν το τέλος του πολέμου με την Ιαπωνία και γλύτωσαν τις ζωές δικών τους στρατιωτών. Από όσο θυμόμαστε, κανείς δεν δικάστηκε ως εγκληματίας, εξ όσων έλαβαν και υλοποίησαν την εν λόγω απόφαση. Οι ΗΠΑ επίσης είναι που χρησιμοποίησαν όπλα απεμπλουτισμένου ουρανίου. Που κάλυψαν μια ουσιαστικά πυρηνική επίθεση από το Ισραήλ, το βομβαρδισμό του ιρακινού πυρηνικού αντιδραστήρα Osirak.

Όχι δεν προτείνουμε η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία. Απλώς εξηγούμε ότι αυτό που ενοχλεί τη Δύση τόσο πολύ και το οποίο παρουσιάζουν τα προπαγανδιστικά μας μέσα ως «πουτινική παράνοια» είναι απλώς η αξιοποίηση εναντίον της Δύσης, όσων η τελευταία έκανε στο παρελθόν.

Τη Δύση την ενοχλεί η δύναμη, διότι δεν έχει αποβάλλει τη νοοτροπία του αποικιοκράτη, ούτε τη ρίζα του φασισμού και του ρατσισμού. Δεν μπορεί να δεχτεί ότι κάποιος άλλος βρίσκεται σε θέση ισχύος, ώστε να κόβει και να ράβει σύνορα. Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ιστορία. Ενίοτε σε στοιχειώνει για τα καλά.

Θέμης Τζήμας

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *