Claudio Mutti: «Ρωσία και Ευρώπη» 

Είναι γεγονός ότι οι εξελίξεις στο μέτωπο της Ουκρανίας ανέδειξαν κάποια πολύ σημαντικά ζητήματα που αφορούν την ίδια τη γεωπολιτική ύπαρξη της Ευρώπης και τη σχέση της τελευταίας με τις Η.Π.Α. και τη Ρωσία και τα οποία απασχόλησαν κατά καιρούς πολλούς και αντικρουόμενους μεταξύ τους στοχαστές. Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, με τη σημαντική συμβολή του φίλου και αναγνώστη του Τρίτου Δρόμου Μ.Α., παραθέτουμε ένα επιλεγμένο από αυτόν κείμενο, σε ελεύθερη μετάφραση, του γνωστού για τις γεωπολιτικές, και όχι μόνο, μελέτες του Κλαούντιο Μούττι – σχετικό με τις ιδεολογικές και ιστορικές βάσεις της ευρασιανικής ιδέας και γεωπολιτικής από τον 19ο μέχρι τον 21ο αιώνα.

Νίκος Βοματίδης

Ρωσία και Ευρώπη

Του Κλαούντιο Μούττι

Μετάφραση-επιμέλεια: Μ.Α. – Νίκος Βοματίδης

1) «Κλασικός» Ευρασιανισμός

Σε ένα από τα πιο διάσημα μυθιστορήματα (σημ. εννοεί το 1984), του Τζορτζ Όργουελ (1903-1950), η Ευρασία είναι, μαζί με την Ωκεανία και την Εστασία, μία από τις τρεις παγκόσμιες υπερδυνάμεις, ανάμεσα στις οποίες χωρίζεται ο πλανήτης κατά το φανταστικό έτος 1984. Η Οργουελική Ευρασία περιλαμβάνει τη Ρωσία και την Ευρώπη (εξαιρουμένου του Η.Β. και της Ιρλανδίας). Η μορφή διακυβέρνησής της στηρίζεται στον νεομπολσεβικισμό, ο οποίος αναδείχτηκε μέσα από τις στάχτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης.

Στην πραγματικότητα, ο όρος Ευρασία γεννήθηκε στο επιστημονικό πεδίο έναν αιώνα πριν δει το φως το δημοσιότητας, μέσω του μυθιστορήματος του Όργουελ. Προτάθηκε το 1858 από τον Γερμανό μαθηματικό και γεωγράφο Καρλ Γκουστάβ Ρόισλε (1812-1875) στο Handbuch der Geographie (Η επιτομή της γεωγραφίας) για να αναφερθεί στην ήπειρο που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ότι χωρίζεται σε δύο μέρη: την Ευρώπη και την Ασία. Στην πραγματικότητα, η έννοια της «ηπείρου» – με ομόφωνο ορισμό των γεωγράφων – αναφέρεται σε ένα σύμπλεγμα χέρσων εδαφών που περιβάλλονται από θάλασσα. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Ευρασίας, της εδαφικής αυτής μάζας του ανατολικού ημισφαιρίου της Γης, που περιτριγυρίζεται από τα νερά της Αρκτικής Θάλασσας, του Ειρηνικού, του Ινδικού, της Μεσογείου και του Ατλαντικού Ωκεανού.

Μια πολύ διαφορετική έννοια αποδόθηκε στον όρο Ευρασία στο πλαίσιο εκείνης της σχολής σκέψης που ονομάστηκε «ευρασιανική» ή «ευρασιατική» και εγκαινίασε την «κλασική» φάση της το 1922, με ένα βιβλίο-μανιφέστο που κυκλοφόρησε στους κύκλους της ρωσικής διασποράς· το οποίο είχε το όνομα Ischod k Vostoku (Δρόμος προς την Ανατολή) και αποτελούταν από ποικίλα δοκίμια, τα οποία γράφτηκαν από τέσσερις διανοούμενους που δραπέτευσαν από τη τότε νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση: τον γεωγράφο και οικονομολόγο Πιότρ Σάβιτσκι (1895-1965), τον γλωσσολόγο Νικολάι Τρουμπετσκόι (1890- 1938), τον μουσικολόγο Πιοτρ Σουβτσίνσκι (1892-1985) και τον θεολόγο Γκέοργκι , (1893-1979).

Επιστρέφοντας στις απόψεις που είχαν ήδη εκθέσει ο πανσλαβιστής στοχαστής Νικολάι Γιάκοβλεβιτς Ντανιλέφσκι (1822-1855) και ο γλωσσολόγος, γεωγράφος και εθνογράφος Βλαντιμίρ Ιβάνοβιτς Λαμάνσκι (1833-1914), οι συγγραφείς του Ischod k Vostoku «προσδιόρισαν έναν παγκόσμιο κόσμο (geografičeskij mir)», που ονόμασαν Ευρασία, μεταξύ δυτικής και κεντρικής Ευρώπης και μιας Ασίας που επεκτεινόταν κυρίως στις ανατολικές, νοτιοανατολικές και νότιες περιφερειακές περιοχές (Ιαπωνία, Κίνα, Ινδοκίνα, Ινδική υποήπειρος, Περσία, Μικρά Ασία). «Ο ευρασιατικός κόσμος», έγραφε ο πρίγκιπας Τρουμπετσκόι, «αποτελεί, από γεωγραφική, οικονομική και εθνική άποψη, μια ολότητα από μόνη της, διακριτή τόσο από την Ασία όσο και από την ίδια την Ευρώπη». Εν ολίγοις, η Ευρασία θεωρήθηκε ως «ένα περίπλοκο ενιαίο σύστημα, ικανό να συμφιλιώσει διαφορετικούς λαούς και πολιτιστικές παραδόσεις», μια συγκεκριμένη mestorazvitie (ευρύτερο χώρο ανάπτυξης), μια έννοια που αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στο Raum (χώρος) της γερμανικής γεωπολιτικής και στο Grossraum (μεγάλος χώρος) του Καρλ Σμιτ. Επιπροσθέτως, τις γεωπολιτικές θεωρίες της εποχής ασπάστηκε ένας από τους κύριους εκφραστές του κινήματος, ο Πιότρ Σαβίτσκι, συγγραφέας μεταξύ άλλων ενός άρθρου για τη «γεωγραφική και γεωπολιτική βάση» του ευρασιανισμού.

Η Ευρασία, όπως τη συνέλαβαν θεωρητικά οι πρωτο-ευρασιάτες, συνέπιπτε πρακτικά με την εδαφική έκταση που κάποτε ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία και η οποία πλέον είχε περάσει στη Σοβιετική Ένωση. «Η Ρωσία», έγραφε ο Σαβίτσκι, «δεν είναι μόνο η Δύση, αλλά και η Ανατολή. Όχι μόνο η Ευρώπη αλλά ούτε μόνο η Ασία. Αλλά πρώτα απ’ όλα δεν είναι Ευρώπη, αλλά Ευρασία». Πράγματι, περισσότερο από ό,τι στη Δύση, τα θεμέλια της ταυτότητας Ρωσίας-Ευρασίας έπρεπε να αναζητηθούν στην ασιατική της διάσταση και πιο συγκεκριμένα στην τουρανική, αφού η εθνογένεση του ρωσικού λαού συνδέθηκε με τη σλαβοτουρκο-μογγολική συμβίωση.  Από την άλλη πλευρά, έλεγε ο Σαβίτσκι, «χωρίς τους Τατάρους δεν θα υπήρχε Ρωσία». Μετά τη συγχώνευση με τη Χρυσή Ορδή των Τζενγκισκανιδών, η Ρωσία είχε γίνει μια ευρασιατική αυτοκρατορία, εκτεινόμενη ανάμεσα στις τέσσερις παράλληλες γεωγραφικές ζώνες, που φτάνουν στον Ειρηνικό – εκκινώντας από τον Δούναβη. Δηλαδή αυτές: του βουνού, της στέπας, του δάσους και της τούνδρας.

Το όραμα που διαμορφωνόταν ήταν αυτό μιας Ρωσίας εκφραστή του «πολιτισμού των στεπών» και ως κληρονόμου της αυτοκρατορίας του Τζένγκις Χαν (1167-1227), της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας που υπήρξε ποτέ. Τον εύγλωττο τίτλο Nasledie Cinggis Chana (Η κληρονομιά του Τζένγκις Χαν) φέρει το δοκίμιο του Τρουμπετσκόι, που υπογράφει με το ψευδώνυμο «IR», το οποίο δημοσιεύτηκε στο Βερολίνο το 1925. Σκοπός του ήταν να τονίσει τη στενή σχέση μεταξύ του «αυθεντικού ρωσικού πολιτισμού» και του τουρκομογγολικού στοιχείου, επαναφέροντάς στο προσκήνιο ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός: την ενοποίηση του μεγάλου ευρασιατικού χώρου από τον Τζένγκις Χαν και τους διαδόχους του.

Έτσι αναπτύχθηκε αυτή η πιο «θετική αξιολόγηση» της ταταρικής κυριαρχίας, που είχε αρχίσει να εμφανίζεται στη ρωσική ιστοριογραφία ήδη από τον ,19ο αιώνα, όταν ο Βλαδίμηρος Σολοβιόφ (1853-1900) και ο Βασίλι Κλιουτσέφσκι (1841-1911) έγραφαν με βεβαιότητα ότι «οι Τάταροι όχι μόνο δεν διέσπασαν τη συνέχεια της ιστορικής εξέλιξης της Ρωσίας, αλλά την προίκισαν με εκείνη την ισχυρή κρατική οργάνωση που τόσο έλειπε στην εποχή του Βασιλείου του Κιέβου». Όπως ο Κονσταντίν Λεόντιεφ (1831-1891), έτσι και οι Κλιουτσέφσκι και Σολοβιόφ υποστήριζαν τη θεμελιώδη σημασία του βυζαντινού πολιτισμού, με την Ορθοδοξία να θεωρείται ως κάτι τελείως αντιθετικό στον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό.

Γεννημένος από τη συνάντηση μεταξύ των ανατολικών-σλαβικών και των τουρανικών στοιχείων, μεταξύ της ελληνοβυζαντινής κληρονομιάς και της μογγολικής κατάκτησης, ο πολιτισμός Ρωσίας-Ευρασίας είχε αρνηθεί όχι μόνο τις μεταρρυθμίσεις του Μεγάλου Πέτρου και την πολιτική τάξη που αργότερα κυβέρνησε τη Ρωσία, αλλά και το σλαβόφιλο ρεύμα, το οποίο ο πρίγκιπας Τρουμπετσκόι κατηγόρησε ότι ήθελε να μιμηθεί τη Δύση.

Όσον αφορά την επανάσταση των Μπολσεβίκων, οι Ευρασιάτες την αξιολόγησαν αρνητικά, αλλά βάλθηκαν να μελετήσουν τη σημασία της ,για τη ρωσική ιστορία. Αμφισβήτησαν τη μαρξιστική ιδεολογία της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά εκτιμούσαν την ενωτική λειτουργία που διατελούσε σε γεωπολιτικό επίπεδο. Ο Σαβίτσκι, συγκεκριμένα, είδε τη Ρωσική Επανάσταση ως μια εξέλιξη της Γαλλικής, αλλά ταυτόχρονα παρατήρησε ότι μετατόπιζε τον άξονα της οικουμενικής ιστορίας προς την Ανατολή.

«Για τους Ευρασιάτες», γράφει ένας Γάλλος μελετητής, «η Επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 είναι μια κάθαρση, μια ανανέωση, μια ανάσταση του αληθινού πνεύματος των στεπών», που είναι χαρακτηριστικό του ρωσικού πολιτισμού, καθώς και το σημείο εκκίνησης για τη διαδικασία «αναζωογόνησης της δυναμικής της Ευρασίας». Ταυτόχρονα, όμως, οι Ευρασιάτες προσπάθησαν να επεξεργαστούν, με βάση τις μελέτες τους, ένα πολιτικό εγχείρημα συντηρητικού τύπου. Αυτό προκάλεσε μια ρήξη μεταξύ των πρωτεργατών τους και άλλων διανοουμένων, αμετάκλητα φιλοσοβιετικών, που προσέγγισαν αργότερα το κίνημα των Μπολσεβίκων.

Alexander Dugin

2) Νεοευρασιανισμός: Αλεξάντρ Ντούγκιν

Από μια αναμόρφωση του «κλασικού» ευρασιανισμού, που εμπλουτίστηκε μέσω της συνεισφοράς του μεγάλου τουρκολόγου Λεβ Γκουμίλεφ (1912-1992), γεννήθηκε στη Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα ο λεγόμενος «νεοευρασιανισμός», ο οποίος έχει ως κύριο θεωρητικό και εκφραστή του τον Αλεξάντρ Ντούγκιν (γεννηθείς το 1962), ιδρυτή του Διεθνούς Ευρασιατικού Κινήματος (Meždunarodnoe Evrazijskoe Dviženie) και, για τα επόμενα χρόνια, συνεργάτη διαφόρων κομματικών σχηματισμών: στην αρχή του Κομμουνιστικού Κόμματος του Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, μετά του Εθνικού Μπολσεβίκικου Κόμματος του Έντουαρντ Λιμόνοφ, μετά του Φιλελεύθερου-Δημοκρατικού Κόμματος του Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι και τέλος του κόμματος Edinaja Rossija (Ενωμένη Ρωσία) του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Ενσωματώνοντας στον «κλασικό» Ευρασιανισμό στοιχεία παραδοσιοκρατικής σκέψης που προέρχονται από τα έργα των Ρενέ Γκενόν και Ιούλιου Έβολα, καθώς στοιχεία γεωπολιτικής θεωρίας, ο νεοευρασιανισμός παίρνει τη μορφή μιας ρωσικής «συντηρητικής επανάστασης». Το όραμα του Ντούγκιν διαφέρει από αυτό του «κλασικού» ευρασιανισμούό, καθώς η παλιά αντίθεση μεταξύ της Ρωσίας και της «ρωμαιογερμανικής» Ευρώπης, αντικαθίσταται από τη ριζική αντίθεση των ηπειρωτικών συμφερόντων της Ευρασίας και αυτών της Δύσης, ηγεμονευόμενης από τον Ο.Η.Ε. Η Ευρώπη, ο μουσουλμανικός κόσμος, η Κίνα και η Ιαπωνία δεν θεωρούνται πλέον ως αμετάκλητοι αντίπαλοι που περιβάλλουν τη Ρωσία-Ευρασία, αλλά ως πιθανοί σύμμαχοι της Ρωσίας, στο όνομα της σμιτιανής αντίθεσης μεταξύ χερσαίων και θαλάσσιων δυνάμεων.

Η Ευρασία, που από τον Τρουμπετσκόι μέχρι τον Γκουμίλεφ, την οποία οι Ευρασιάτες είχαν ταυτίσει με την περιοχή που αντιστοιχούσε στην αυτοκρατορική Ρωσία πρώτα και στη συνέχεια στη Σοβιετική Ένωση, στον νεοευρασιανισμό δεν περιορίζεται πλέον σε ένα περιορισμένο γεωγραφικό χώρο. Μερικές φορές, στην πραγματικότητα, ο Ντούγκιν αποκαλεί Ευρασία ολόκληρη την ευρασιατική ήπειρο, άλλες φορές βεβαιώνει ότι «ούτε η ευρασιατική ιδέα ούτε η Ευρασία ως έννοια αντιστοιχούν αυστηρά στα γεωγραφικά όρια της ευρασιατικής ηπείρου». άλλες φορές θεωρεί την Ευρασία και την Ευρώπη ως δύο διακριτούς πολιτισμούς.

Στη γεωπολιτική προοπτική του Ντούγκιν, η «αρχαία ήπειρος», δηλαδή η χερσαία εδαφική περιοχή του ανατολικού ημισφαιρίου, χωρίζεται σε τρεις μεγάλες «κάθετες ζώνες», που εκτείνονται από τον Βορρά προς τον Νότο, καθεμία από τις οποίες συντίθεται από πολλούς «μεγάλους χώρους-ζώνες». Η πρώτη από αυτές τις «ζώνες» είναι η Ευρω-Αφρική, που αποτελείται από την Ευρώπη, τον ευρύτερο αραβικό χώρο και την υπερσαχάρια Αφρική. Η δεύτερη «ζώνη» είναι αυτή της Ρωσίας-Κεντρικής Ασίας, που αποτελείται από τρεις «μεγάλους χώρους» που μερικές φορές, αλληλεπικαλύπτονται. Ο πρώτος από αυτούς είναι η Ρωσική Ομοσπονδία με τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, ο δεύτερος είναι ο μεγάλος χώρος του ηπειρωτικού Ισλάμ (Τουρκία, Ιράν, Αφγανιστάν, Πακιστάν), ο τρίτος μεγάλος χώρος είναι η Ινδία. Τέλος, την τρίτη «κάθετη ζώνη» αποτελεί η περιοχή του Ειρηνικού, όπου συγκυριαρχούν δύο μεγάλες χώρες (Κίνα και Ιαπωνία) και περιλαμβάνει επίσης την Ινδονησία και τη Μαλαισία.

Αυτή η γεωγραφική υποδιαίρεση αποτελεί μια αναβίωση των ιδεών του Καρλ Χάουσχοφερ (1869-1946), ο οποίος είχε σκιαγραφήσει ένα γεωπολιτικά διαιρεμένο ανατολικό ημισφαίριο χωρισμένο σε έναν ευραφρικανικό χώρο, έναν πανρωσικό χώρο, που εκτείνεται ως τον Ινδικό Ωκεανό αλλά χωρίς διέξοδο στον Ειρηνικό και τέλος στον γεωγραφικό χώρο της Άπω Ανατολής που περιλαμβάνει την Ιαπωνία, την Κίνα, τη Νοτιοανατολική Ασία και την Ινδονησία.

Ο Ντούγκιν έκανε κάποιες αλλαγές στο χαουσχοφεριανό σχήμα, όπως απαιτούσαν οι ανάγκες της σημερινής διεθνούς κατάστασης, ενσωματώνοντας στο δεύτερο γεωγραφικό συγκρότημα (την περιοχή Ρωσίας-Κεντρικής Ασίας) την Εγγύς Ανατολή και τη Σιβηρία – μέχρι το Βλαδιβοστόκ.

3) Κάρλο Ταρρατσιάνο: η «οριζόντια ήπειρος»

Η «κάθετη» γεωπολιτική προοπτική, που εξέθεσε ο Ντούγκιν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού γεωπολιτικών μελετών «EURASIA», αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης, στις σελίδες του ίδιου περιοδικού, και κριτικών παρατηρήσεων από τον Κάρλο Ταρρατσιάνο (1948-2005).

Η Ευρασία, παρατήρησε ο Ταρρατσιάνο, είναι μια «οριζόντια» ήπειρος (σε αντίθεση με την Αμερική που είναι μια «κάθετη» ήπειρος). Πράγματι, ολόκληρη η ηπειρωτική εδαφική έκταση του ανατολικού ημισφαιρίου αποτελείται από ομοιογενείς περιοχές διατεταγμένες οριζόντια. Μεταφράζοντας αυτό το γεωγραφικό «όραμα» με γεωπολιτικούς όρους, ο Ταρρατσιάνο ονειρεύτηκε «την ενσωμάτωση της μεγάλης βόρειας ευρασιατικής πεδιάδας από τη Μάγχη ως το στενό του Βερίγγειου πορθμού». Αυτή η πρώτη οριζόντια ζώνη πλαισιώνεται από άλλες διαδοχικές οριζόντιες γεωγραφικές ζώνες, δηλαδή από τις γεωπολιτικές ενότητες της Ευρασίας και της Αφρικής: ο μεγάλος αραβικός χώρος της Βόρειας Αφρικής και της Εγγύς Ανατολής, ο μεγάλος υπερσαχάριος χώρος, ο μεγάλος ισλαμικός χώρος μεταξύ του Καυκάσου και του Ινδού ποταμού κλπ.

Με βάση μια τέτοια προοπτική, είναι φυσικό η Ευρώπη να προσανατολιστεί προς μια οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία με τη Ρωσία, «διαφορετικά», γράφει ο Ταρρατσιάνο, «θα χρησιμοποιηθεί από τους Αμερικανούς σαν όπλο, που στόχο θα έχει τη Μόσχα». Από την πλευρά της, η Ρωσία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την Ευρώπη. Από ρωσική σκοπιά εξάλλου, «ασφάλεια για τους επόμενους αιώνες μπορεί να υπάρξει μόνο με τον έλεγχο, με οποιονδήποτε τρόπο, των ακτών της βόρειας ευρασιατικής γεωγραφικής ζώνης, εκείνων δηλαδή των ακτών που συνορεύουν με τους δύο κύριους παγκόσμιους ωκεανούς, τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό».

Η ανάγκη για μια γεωπολιτική συνεργασία Ευρώπης και Ρωσίας απαιτεί βέβαια τόσο από τους Ευρωπαίους όσο και από τους Ρώσους να επανεξετάσουν οριστικά ορισμένες μεταξύ τους αντιθέσεις, ξεκινώντας από τη «φυλετική» αντίθεση μεταξύ «Ευρω-Γερμανών και Σλάβων», η οποία, γράφει ο Ταρρατσιάνο, «ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της Γερμανίας». Αλλά επιπροσθέτως και οι Ρώσοι πρέπει να εξαλείψουν τα υπολείμματα αυτής της ευρωφοβίας τους, η οποία «γεννημένη από την ανάγκη να επαναξιολογηθεί η τουρκο-ταταρική συνιστώσα της ταυτότητάς τους, τους οδήγησε μερικές φορές να αντιτάξουν ριζικά τη Ρωσία στη γερμανική και λατινική Ευρώπη».

«Αν ακόμα μπορούμε και πρέπει να μιλάμε για Δύση και Ανατολή», γράφει ο Ταρρατσιάνο, «η οριοθέτησή τους πρέπει να τοποθετηθεί ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια, ανάμεσα στις δύο ηπειρωτικές εκτάσεις που χωρίζονται από τους μεγάλους ωκεανούς, έτσι ώστε η αληθινή Δύση, η γη του ηλιοβασιλέματος, να αποδειχθεί ότι είναι η Αμερική, ενώ η Ανατολή, η χώρα του φωτός, να συνταυτίζεται με την αρχαία Ήπειρο (σημ. εννοεί την Ευρασία ως σύνολο)».

4) Ζαν-Φρανσουά Θιριάρ: η «ευρωσοβιετική αυτοκρατορία» από το Βλαδιβοστόκ στο Δουβλίνο

Μια προοπτική παρόμοια με αυτή του Κάρλο Ταρρατσιάνο ανέπτυξε ο ριζοσπάστης γεωπολιτικός Ζαν-Φρανσουά Θιριάρ (1922-1992), ο οποίος ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις θεωρητικές βάσεις για τη γεωπολιτική συγχώνευση Ευρώπης και Ρωσίας σε μια ενιαία αυτοκρατορία.

Υιοθετώντας τη σμιτιανή έννοια του «μεγάλου χώρου», ο Θιριάρ προσδίδει ένα αναπόφευκτο ιστορικό καθήκον στην Ευρώπη, το οποίο είναι αναπόφευκτο σε μια εποχή κατά την οποία τα μεγάλα ηπειρωτικά κράτη κυριαρχούν, όσον αφορά την άσκηση της εξουσίας και την επιρροή τους, στα μικρά εθνικά κράτη. Είναι απαραίτητο, υποστηρίζει ο Θιριάρ το 1964, «να οικοδομήσουμε μια μεγάλη πατρίδα: μια ενιαία, ισχυρή, κοινοτική Ευρώπη». Είκοσι χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια Ευρώπη κατεχόμενη από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, το θιριαρτιανό εγχείρημα εκκινεί υποδεικνύοντας την ουσιαστική, κατά αυτόν, διάσταση της Ευρώπης: «Στο πλαίσιο μιας γεωπολιτικής πολιτικής και ενός κοινού πολιτισμού η ενωμένη Ευρώπη και η ευρωπαϊκή κοινότητα εκτείνονται από τη Βρέστη έως το Βουκουρέστι. Εναντίον των 414 εκατομμυρίων Ευρωπαίων υπάρχουν τα 180 εκατομμύρια κατοίκων των ΗΠΑ και τα 210 εκατομμύρια κατοίκων της ΕΣΣΔ».

Προσφέροντας μια ευσύνοπτη αλλά τολμηρή πρόταση, ο Θιριάρ φαντάστηκε ότι «η επόμενη φάση θα είναι αυτή της ενοποίησης της Ευρώπης. Αναπόφευκτα θα εγγραφεί, λόγω πολιτικής γεωλογίας, ο άξονας Μπρεστ-Βλαδιβοστόκ. (…) Εάν η ΕΣΣΔ θέλει να διατηρήσει τη Σιβηρία, πρέπει να κάνει ειρήνη με την Ευρώπη, με την Ευρώπη από τη Βρέστη μέχρι το Βουκουρέστι, επαναλαμβάνω. Η ΕΣΣΔ δεν έχει, και θα έχει όλο και λιγότερο, τη δύναμη να κρατήσει τη Βαρσοβία και τη Βουδαπέστη από τη μια και την Τσίτα και το Χαμπάροφσκ από την άλλη. Θα πρέπει να διαλέξει ή να ρισκάρει να χάσει τα πάντα. (…) Ο χάλυβας που σφυρηλατήθηκε στο Ρουρ θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμεύσει για την προστασία του Βλαδιβοστόκ».

Αυτή η προοπτική, που σκιαγραφήθηκε το 1964, αναπτύχθηκε περισσότερο από τον Θιριάρ τα επόμενα χρόνια, έτσι ώστε το 1982 αυτός είπε: «Δεν χρειάζεται πλέον να συλλογιζόμαστε ή να εικάζουμε με όρους σύγκρουσης μεταξύ ΕΣΣΔ και ημών, αλλά με όρους προσέγγισης και στη συνέχεια ενοποίησης. (…) Πρέπει να βοηθήσουμε την ΕΣΣΔ να ολοκληρωθεί στη μεγάλη ηπειρωτική διάστασή της. Αυτό θα τριπλασίαζε τον σοβιετικό πληθυσμό, ο οποίος λόγω ακριβώς αυτού του γεγονότος δεν θα μπορεί πλέον να ,αποτελεί μια κρατική δύναμη με κυρίαρχο το «ρωσικό χαρακτήρα». (…) Θα είναι η ίδια η φυσική πορεία της ιστορίας που θα αναγκάσει την ΕΣΣΔ να αναζητήσει ασφαλείς ακτές: Ρέικιαβικ, Δουβλίνο, Κάδιθ, Καζαμπλάνκα. Πέρα από αυτά τα όρια, η ΕΣΣΔ δεν θα έχει ποτέ το κεφάλι της ήσυχο και θα πρέπει να ζει σε καθεστώς αδιάκοπης στρατιωτικής προετοιμασίας, σπαταλώντας τεράστιους οικονομικούς πόρους».

Η γεωπολιτική ανασκόπηση του Θιριάρ είναι πλέον ανοιχτά ευρασιατική: «Η ευρωσοβιετική αυτοκρατορία», διαβάζουμε σε ένα άρθρο του το 1987, «εδραιώνεται μέσω της ευρασιατική της διάστασης». Έχοντας πάει στη Μόσχα μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ο Θιριάρ εκθέτει τις απόψεις του, ενημερωμένες και προσαρμοσμένες στη νέα ρωσική κατάσταση, μπροστά σε μερικές εκατοντάδες πολιτικούς, πολιτικούς επιστήμονες, στρατιώτες και δημοσιογράφους. Αφού διευκρίνισε ότι σύμφωνα με την δική του γεωπολιτική οπτική, «τα παλιά σύνορα της ΕΣΣΔ είναι τα μελλοντικά σύνορα της Μεγάλης Ευρώπης» και ότι «η Ευρωπαϊκή Αυτοκρατορία είναι, κατά επέκταση, ευρασιατική», πρόσφερε στους Ρώσους την εναλλακτική: είτε να απορροφηθούν από την Ουάσιγκτον, είτε να αντιταχθούν στον αμερικανικό θαλασσοκρατικό ιμπεριαλισμό μέσω μιας ηπειρωτικής αυτοκρατορίας – μεταξύ Δουβλίνου και Βλαδιβοστόκ.

Αυτή η ιδέα εκτέθηκε διεξοδικότερα και υποστηρίχθηκε σε ένα βιβλίο που είχε γράψει ο Θιριάρ το 1984 και παρέμεινε αδημοσίευτο έως ότου κυκλοφόρησε σε ιταλική μετάφραση με τον τίτλο The Euro-Soviet Empire from Vladivostok to Dublin  (η ευρωσοβιετική αυτοκρατορία από το Βλαδιβοστόκ στο Δουβλίνο), τίτλος που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, «τον Μάιο του 1941 θα μπορούσε να ήταν η Εθνικοσοσιαλιστική Αυτοκρατορία από το Δουβλίνο μέχρι το Βλαδιβοστόκ». Το 1984, εξηγεί ο Θιριάρ, «η ιστορία δίνει στους Σοβιετικούς την κληρονομιά, τον ρόλο, το πεπρωμένο που για μια σύντομη στιγμή είχε ανατεθεί στο Ράιχ: η ΕΣΣΔ είναι η κύρια ηπειρωτική δύναμη στην Ευρώπη, είναι η καρδιά της γεωπολιτικής προοπτικής. Η σημερινή μου ομιλία απευθύνεται στους στρατιωτικούς ηγέτες αυτού του υπέροχου θεσμού που αποτελεί ο Σοβιετικός Στρατός, ένας θεσμός που στερείται μεγάλου ρόλου».

Το 1984, το σκεπτικό του Θιριάρ είναι το εξής: η Σοβιετική Ένωση, μια κατεξοχήν ευρασιατική δύναμη, είναι το μόνο πραγματικά ανεξάρτητο, κυρίαρχο και στρατιωτικά ισχυρό κράτος στην Ευρώπη. Ως εκ τούτου, για να επιτευχθεί η ευρωπαϊκή ενότητα με όρους μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, η έσχατη λύση αντιπροσωπεύεται από τη Σοβιετική Ένωση, εάν θέλει αυτή να έχει ρόλο στην Ευρώπη παρόμοιο με αυτόν που είχε το Πιεμόντε στην προενωτική Ιταλία ή η Πρωσία στη Γερμανία.

«Δεν είναι το ζήτημα», γράφει ο Θιριάρ, «το να προτιμούμε να είμαστε καλύτερα ένα ρωσικό και όχι ένα αμερικανικό προτεκτοράτο. Όχι. Είναι ζήτημα το να οδηγήσουμε τους Σοβιετικούς, που πιθανώς το αγνοούν, στο να ανακαλύψουν τον ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν: να αναπτυχθούν ταυτιζόμενοι με όλη την Ευρώπη. Όπως ακριβώς η Πρωσία, μεγαλώνοντας εδαφικά, έγινε η Γερμανική Αυτοκρατορία».

Ο Θιριάρ λοιπόν δηλώνει ότι απευθύνεται στον Σοβιετικό αναγνώστη της άρχουσας τάξης, όπως ο Ισοκράτης είχε απευθυνθεί στον Φίλιππο της Μακεδονίας για να τον προτρέψει να ενώσει την Ελλάδα, ,ενοποιώντας τις ελληνικές πόλεις κάτω από μια ενιαία πολιτική και στρατιωτική διοίκηση.

Στο πλαίσιο αυτού του ιστορικού σχεδίου, συνεχίζει ο Θιριάρ, πρέπει να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κόμμα στη Δυτική Ευρώπη με σκοπό να συνεργαστεί με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία θα πρέπει να σπάσει τα ιδεολογικά δεσμά του μαρξιστικού δογματισμού. Αλλά θα πρέπει επίσης να αποφύγει τον πειρασμό να εγκαθιδρύσει μια ρωσική ηγεμονία στην Ευρώπη, διαφορετικά η αποστολή της θα αποτύγχανε, όπως απέτυχε η ναπολεόντεια προσπάθεια να εδραιώσει μια γαλλική ηγεμονία στην Ευρώπη.

Αναρωτιέται κανείς τι σημασία μπορεί να έχει για το σήμερα το «Ευρωσοβιετικό» μοντέλο του Θιριάρ, αφού η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και διαλύθηκε πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια.

Ωστόσο, παρά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και παρά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την προέλαση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, η Ρωσία συνεχίζει να επεκτείνει την τεράστια επικράτειά της από την Ανατολική Ευρώπη έως το Βλαδιβοστόκ.

Ακόμη και σήμερα η Ρωσία είναι το μόνο πραγματικά ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος σε μια Ευρώπη που, όπως και το 1984, είναι χωρισμένη σε ένα πλήθος αδύναμων κρατών, εν συνόλω υποταγμένων στην ηγεμονία των ΗΠΑ, ανίσχυρων από στρατιωτική άποψη και τέλος ανίκανων να υπερασπιστούν ακόμη και τα εξωτερικά σύνορα μιας μόνο κατ’ όνομα «Ένωσης» (σημ. εννοεί την Ε.Ε.).

Δημοσιεύτηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2019 στο eurasia-rivista.com/la-russia-e-leuropa και στο περιοδικό του Claudio Mutti «Eurasia».

λήψης

Alexander Dugin και Claudio Mutti

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.