«Πάρθεν» – Η συνομιλία του Καβάφη με τον ποντιακό θρήνο «’Πάρθεν η Ρωμανία»

Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923

Εκατό χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, το 1921 ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης γράφει το ποίημα Πάρθεν που αποτελεί μια αποτύπωση των όσων ένιωσε διαβάζοντας ιστορικά δημοτικά τραγούδια και κυρίως ένα που είναι είναι γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο και αναφέρεται στην Άλωση της Πόλης και της Θεσσαλονίκης, το Πάρθεν η Ρωμανία.

Το ποίημα είναι ένας διάλογος του Καβάφη με την δημοτική ποίηση και ανήκει την ώριμη καλλιτεχνική του περίοδο.

Όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, ο ποιητής έχει πάρει φράσεις από τον ποντιακό θρήνο και τις έχει ενσωματώσει στο έργο του το όποιο επί χρόνια ήταν ανέκδοτο και ανήκει στη σειρά των κρυμμένων ποιημάτων του.

Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου αλλά ήταν Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή. Ο παππούς του Γεώργιος (Γιωρίκας) Φωτιάδης, από την πλευρά της μητέρας του Χαρίκλειας, ήταν από την Τραπεζούντα όπου η οικογένεια ζούσε έως τις αρχές του 19ου αιώνα.

Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923

Εγράφη Μάρτιον 1921, εν έτος προ της καταστροφής της Σμύρνης και του Ελληνισμού του Πόντου.

Πάρθεν

Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».

Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.

«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

  • Επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993.
  • Ανάγνωση του ποιήματος στο βίντεο ο Γ.Π. Σαββίδης, Ανέκδοτη ηχογράφηση, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, 1990.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.