Τα ελληνοτουρκικά στη νέα εποχή του πολέμου

Ανάκτηση κυριαρχίας ή υποτέλεια στις μεγάλες δυνάμεις;

του Δημήτρη Γκάζη

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανοίγει μια νέα εποχή για όλο τον πλανήτη. Η σύγκρουση των τριών μεγαλοκρατικών δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα), η δημιουργία μεγάλων πλανητικών μπλοκ (Δύση/ΝΑΤΟ – Ευρασία) και η επιδίωξη αυτών για ηγεμονία, σε συνδυασμό με την διαρκώς αυξανόμενη τάση προς τον πόλεμο ως μορφή διαχείρισης της κρίσης, ορίζει ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις μικρές και μεσαίες χώρες και τους λαούς τους. Τουλάχιστον όσο αυτοί δεν συγκροτούν ένα διακριτό, ως προς τις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων πόλο, που θα διεκδικεί χώρο ελευθερίας στον αναδυόμενο, πολυπολικό κόσμο.

Η γεωπολιτική ισχύς, το γεωπολιτικό βάθος, οι σφαίρες επιρροής, επανέρχονται στο προσκήνιο. Δεν είναι ότι έπαψαν ποτέ να καθορίζουν τις πλανητικές εξελίξεις, όμως τώρα -μετά και την τυπική κατάρρευση ενός εδώ και χρόνια ξεχειλωμένου και κατά το δοκούν αξιοποιούμενου διεθνούς δικαίου και την χρεοκοπία των διεθνών οργανισμών με εξισορροπητικό ρόλο που διασφάλιζαν τη διαιώνιση του συστήματος τής υπό δυτική ηγεμονία παγκοσμιοποίησης- επανεμφανίζονται γυμνές στη διεθνή σκακιέρα.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να επανεξεταστεί η απειλή που συνιστά για τη χώρα μας ο τουρκικός αναθεωρητισμός και η απειλή δημιουργίας τετελεσμένων, σε όλο τον άξονα Κύπρου, Αιγαίου, Θράκης. Καλούμαστε να διαβάσουμε τη γειτονική χώρα πέρα από τα καθησυχαστικά σχήματα περί «απομονωμένης και οικονομικά αδύναμης Τουρκίας», πέρα από τα απλουστευτικά σχήματα περί «τρελού και απρόβλεπτου Ερντογάν» που κυριαρχούν εδώ και χρόνια στη δημόσια σφαίρα της χώρας μας. Ταυτόχρονα, καλούμαστε να κρίνουμε και τη στάση της ελληνικής, εξωτερικής πολιτικής μέσα σε αυτή τη συγκυρία, με κριτήριο την οικοδόμηση βαθμών κυριαρχίας και ανθεκτικότητας στο νέο σκηνικό.

Στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, ο «φόβος» πως ο Ερντογάν μπορεί να μιμηθεί τον «φίλο του Πούτιν» ήταν διάχυτος στο δημόσιο λόγο. Τώρα ο «φόβος» έχει δώσει τη θέση του στην «αισιοδοξία» για ισορροπία στις διμερείς σχέσεις, μέσα από τη συνεργασία μας στα πλαίσια της Ν.Α. πτέρυγας του ΝΑΤΟ, το οποίο ας μην ξεχνάμε ότι αποτελεί «τη βασική ομπρέλα προστασίας για τη χώρα μας». Η Τουρκία όμως δεν είναι ο απρόβλεπτος παίκτης που παρουσιάζει ο κυρίαρχος λόγος των εδώ ελίτ. Οι μόνιμες αιτιάσεις της για την κυριαρχία στο Αιγαίο, η παγίωση της δορυφοριοποίησης της Κύπρου, τα τετελεσμένα σε όλα τα μέτωπα, αποτελούν σταθερές πυξίδες στην πολιτική της. Επί της ουσίας ο πόλεμος και η νέα εποχή στην οποία μας μπάζει δεν άλλαξαν αλλά βάθυναν τις προϋπάρχουσες στρατηγικές επιλογές και στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Από τη μία τη φιλοδοξία για περιφερειακή ηγεμονία της Τουρκίας με ένα διαρκές παζάρι με τη Δύση και τις ευρασιατικές δυνάμεις, από την άλλη την πρόσδεση της Ελλάδας όλο και πιο σφιχτά στο ΝΑΤΟϊκό άρμα επενδύοντας την ασφάλεια της χώρας σε συμμάχους-προστάτες.

Η Ελλάδα ως «μεντεσές» του ΝΑΤΟ

Μια από τις βασικές επιδιώξεις των ΗΠΑ από την αρχή της έντασης στην Ουκρανία ήταν η στενότερη πρόσδεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων στις ατλαντικές επιδιώξεις, μέσα από μια «αναβάπτιση» του ΝΑΤΟ στους ιδρυτικούς του σκοπούς, την «προστασία» από τον ρωσικό κίνδυνο. Η Ελλάδα, δια των αποφάσεων της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με ουσιαστική συμφωνία των βασικών δυνάμεων του πολιτικού συστήματος, έσπευσε προθύμως να ενταχθεί με ζήλο στον άξονα αυτό. Δεν αναφερόμαστε μόνο στις συμμαχικές εξυπηρετήσεις προς τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα σε Αλεξανδρούπολη και Σούδα, τη συμμετοχή άνευ όρων στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, την ενίσχυση της «συλλογικής αμνησίας» για μια άλλη -εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες- εισβολή και κατοχή σε ευρωπαϊκό έδαφος, αυτό της Κύπρου. Αναφερόμαστε κυρίως στην υιοθέτηση όλου του ιδεολογικοπολιτικού οπλοστασίου του ευρωατλαντισμού -βλ. «πόλεμος του ελεύθερου κόσμου εναντίον του αυταρχισμού»-, την αποστολή στρατιωτικού υλικού από τις πρώτες κιόλας μέρες, την εμπέδωση του όρου «δεδομένος σύμμαχος» σε ό,τι εξυπηρέτηση ζητηθεί. Πλάι στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν η ολιγωρία και η απραξία μέχρι και το «και πέντε», που επέδειξαν οι κυβερνώντες, κρυπτόμενοι πίσω από τις συλλογικές ενέργειες της Δύσης, για την προστασία των Ελλήνων της Αζοφικής, της κραταιάς αυτής κοιτίδας του Ελληνισμού που θυσιάζεται στις συμπληγάδες του πολέμου.

Τα πλεονεκτήματα που προσδίδουν στην Τουρκία η δημογραφία, το ευρασιατικό βάθος, το αυτοκρατορικό παρελθόν, η ανάπτυξη στρατιωτικής βιομηχανίας, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με μια τακτική πρόθυμου συμμάχου των Δυτικών που τάχα θα μας εξασφαλίσουν σε πιθανή ένταση ή με κατευνασμό του θηρίου δίνοντας ανταλλάγματα σε Κύπρο, Αιγαίο ή στα ενεργειακά.

Η Τουρκία ως περιφερειακός μεσάζοντας

Η Τουρκία από την άλλη, επιδιώκει, πάντα στην κόψη του ξυραφιού και παζαρεύοντας σκληρά τον γεωπολιτικό της ρόλο, να καταστεί ενδιάμεσος μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Ξεκάθαρα μέρος της δυτικής συμμαχίας, διατηρώντας όμως σχέσεις με τη Ρωσία βασισμένες στα κοινά, ευρασιατικά τους οράματα. Κάπως έτσι, η σταθερά αναθεωρητική Τουρκία, παρουσιάζεται ως «ειρηνοποιός δύναμη», φιλοξενεί στην Κωνσταντινούπολη τις διαπραγματεύσεις Ρωσίας-Ουκρανίας, αφαιρώντας τον ιστορικό διαμεσολαβητικό ρόλο από την Ευρώπη. Ενώ μετά από αίτημα του ίδιου του Ουκρανού προέδρου Ζελένσκι, θα καταστεί και εγγυήτρια δύναμη σε πιθανή, μελλοντική συμφωνία, αναβαθμίζοντας τον περιφερειακό της ρόλο. Αφού πλέον θα έχει πατήματα σε μια περιοχή που εκτείνεται από τον Καύκασο (εγγυήτρια στο Ναγκόρνο Καραμπάχ), τη Μ. Ανατολή (κατοχική δύναμη στη Συρία), την Κύπρο (κατοχική και εγγυήτρια δύναμη) και τη Λιβύη (εγγυήτρια δύναμη) έως την Ουκρανία. Παράλληλα, όπως είχε πράξει στο παρελθόν και με το Ιράν, η Άγκυρα επιδιώκει να καταστεί ενδιάμεσος κόμβος για τις οικονομικές σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση, παρακάμπτοντας τις κυρώσεις, αλλά και προσκαλώντας ταυτόχρονα του Ρώσους ολιγάρχες να επενδύσουν τα χρήματα τους στην Τουρκία. Όλα αυτά ενώ το παζάρι για την «επιστροφή» της στο δυτικό στρατόπεδο παραμένει ενεργό. Τόσο με την επαναπροσέγγιση με το Ισραήλ και τους ενεργειακούς δρόμους που τόσο επιθυμεί η Ευρώπη, με τις συζητήσεις για τα F-35 και τα F-16 και κυρίως με τον αναβαθμισμένο πολιτικό ρόλο που της προσδίδουν οι ΗΠΑ.

Προφανώς η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιγράψει την τουρκική στρατηγική, ούτε μας λείπει ο αυταρχικός τσαμπουκάς του σουλτάνου Ερντογάν που θα έλυνε ως δια μαγείας τα στρατηγικά μας προβλήματα. Τα πλεονεκτήματα που προσδίδουν στην Τουρκία η δημογραφία, το ευρασιατικό βάθος, το αυτοκρατορικό παρελθόν, η ανάπτυξη στρατιωτικής βιομηχανίας, δεν μπορούν όμως να αντιμετωπιστούν με μια τακτική πρόθυμου συμμάχου των Δυτικών που τάχα θα μας εξασφαλίσουν σε πιθανή ένταση. Πόσο μάλλον με μια τακτική κατευνασμού του θηρίου δίνοντας ανταλλάγματα σε Κύπρο, Αιγαίο ή στα ενεργειακά.

Ο Βενιζέλος στην αναμπουμπούλα χαίρεται!

Κάτι ζεσταίνεται στα ελληνοτουρκικά με πρόσχημα τον πόλεμο στην Ουκρανία. Μετά τα «ήρεμα νερά» του περσινού καλοκαιριού, περνάμε σήμερα στη στενή συνεργασία στα πλαίσια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, παίζοντας ενεργό ρόλο στην επαναπροσέγγιση Δύσης-Τουρκίας. Το σήμα για την εξισορρόπηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων το έδωσαν από την αρχή της κρίσης οι ΗΠΑ, το επιβεβαίωσαν οι αρχηγοί των δύο κρατών με την εγκάρδια συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, ενώ το συγκεκριμένο περιεχόμενο πρόσφερε η τουρκοϊσραηλινή επαναπροσέγγιση με επίκεντρο τους νέους ενεργειακούς δρόμους και τη συνεργασία στη Ν.Α. Μεσόγειο ως εργαλείο απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Μέσα στο κλίμα αυτό, το «Κόμμα της Χάγης» στη χώρα μας, οι υποστηρικτές δηλαδή του «ρεαλισμού» της συνεκμετάλλευσης με την Τουρκία, ξανάρχονται στο προσκήνιο επιδιώκοντας να διαμορφώσουν την εθνική στρατηγική. Χαρακτηριστικές είναι οι πρόσφατες τοποθετήσεις του πρώην ΥΠΕΞ Ευ. Βενιζέλου στο 1ο ΟΤ Φόρουμ και σε εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ. Δυο οι βασικοί πυλώνες:

1) Η Ευρώπη είναι πολύ μικρή για να αντέξει στη νέα σύγκρουση «της δημοκρατικής δύσης εναντίον των αυταρχικών καθεστώτων» και άρα έχει ανάγκη -λόγω και του πυρηνικού κινδύνου- την «ομπρέλα προστασίας των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ».

2) «Οι περιφερειακές συγκρούσεις περνάνε σε δεύτερο πλάνο». Πρέπει λοιπόν, στα πλαίσια της συνεργασίας μας στο ΝΑΤΟ, να «επιλύσουμε άμεσα με την Τουρκία το θέμα των θαλάσσιων ζωνών σε μια λογική win-win».

Στα πλαίσια αυτά τόνισε τη σημαντική γεωπολιτική θέση της Τουρκίας, δικαιολογώντας πολλές από τις αιτιάσεις της, ενώ επανέλαβε τις γνωστές θέσεις για το «Αιγαίο που δεν είναι ελληνική λίμνη». Υιοθετώντας επί της ουσίας την επιχειρηματολογία Ακάρ για ιστορικά δικαιώματα στη «Γαλάζια Πατρίδα», ακόμα και σε βάρος της κυριαρχίας των ελληνικών νησιών. Η έντονη δραστηριότητα που εμφανίζουν οι κύκλοι αυτοί μόνο ανησυχία μπορεί να προκαλεί, ειδικά αν αναλογιστούμε πως διαχρονικά αντανακλά τόσο τις έξωθεν πιέσεις και επιθυμίες κύκλων των ελίτ της παγκοσμιοποίησης όσο και εσωτερικές διεργασίες που τέμνουν οριζόντια το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.