Ο αντιπερισπασμός των Ρώσσων και το μοιραίο λάθος που οδηγεί τον ουκρανικό στρατό στη συντριβή

του Όθωνα Κουμαρέλλα

Εντάξει στρατιωτικός αναλυτής δεν είμαι και γι’ αυτό δεν πρόκειται να προχωρήσω σε βαθυστόχαστες αναλύσεις -που ειρήσθω εν παρόδω λιγότερο σχέση έχουν με την πραγματικότητα και περισσότερο με τις επιθυμίες και τις πολιτικές προτιμήσεις των συντακτών τους. Τα πάντα όμως διέπονται από τη λογική και με βάση αυτήν θα πρέπει να εξετάζουμε τα γεγονότα και να καταλήγουμε σε συμπεράσματα.

Πράγματι, όπως πολλοί ισχυρίζονται, είναι η γεωγραφία που -ως ένα μεγάλο βαθμό- οδηγεί τις εξελίξεις σε μια πολεμική αναμέτρηση όπως αυτή που συμβαίνει στην Ουκρανία σήμερα -και ο χάρτης είναι πάντα ένας καλός οδηγός για να αντιλαμβανόμαστε το τι συμβαίνει, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες μας, ή τις προτιμήσεις μας, προς τη μια ή την άλλη πλευρά των εμπλεκομένων σε αυτήν τη σφοδρή διαμάχη.

Τριανταπέντε ημέρες, λοιπόν, μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, με όλο το πληροφοριακό υλικό που έχει στο μεταξύ συσσωρευτεί από όλες τις πλευρές και μελετώντας τον χάρτη, μπορούμε να βγάλουμε -σχετικώς- ασφαλή συμπεράσματα για την πορεία των επιχειρήσεων, τα κέρδη και τις ζημιές εκατέρωθεν, τα λάθη και τις αστοχίες, επίσης εκατέρωθεν, των εμπολέμων. Φυσικά τίποτε δεν αποκλείει απρόβλεπτα γεγονότα να ανατρέψουν την εικόνα που έχει σχηματιστεί, αλλά με τα σημερινά δεδομένα είναι η ακόλουθη.

Ο χαρακτήρας του πολέμου

Ατενίζοντας τον χάρτη της Ουκρανίας κατανοούμε αμέσως, ότι ο πόλεμος εκεί είναι σχεδόν αποκλειστικά ένας πόλεμος ξηράς. Εννοώ, ότι το αποτέλεσμα θα κριθεί επί του εδάφους, με τη θάλασσα να έχει αμελητέα συμμετοχή και τον αέρα, δηλαδή την αεροπορία, απλά σε συμπληρωματικό – επικουρικό των δυνάμεων στο έδαφος ρόλο, με μικρή συνεισφορά στο τελικό αποτέλεσμα, κάτι που φαίνεται να το έλαβαν σοβαρά υπ’ όψιν τους οι «σχεδιαστές» του πολέμου από την πλευρά της Ρωσσίας, αλλά επίσης γνωρίζουν πολύ καλά και οι Ουκρανοί.

Γιαν να κατανοήσουμε ακόμη πιο καλά αυτή τη διαπίστωση, ότι δηλαδή ο αγώνας θα κριθεί επί του εδάφους στην ξηρά, ας ρίξουμε μια ματιά στον χάρτη στη δική μας περιοχή στο Αιγαίο. Εδώ τα πράγματα είναι αλλιώς. Σε μια ενδεχόμενη αναμέτρηση με την Τουρκία θα κριθούν τα πάντα σχεδόν αποκλειστικά από το ποιος θα κατισχύσει στη θάλασσα, με την αεροπορία σε συμπληρωματικό ρόλο υποστήριξης του ναυτικού -και τον στρατό ξηράς μόνον περιπτωσιολογικά αμυνόμενος των νήσων και αποκλειστικά σχεδόν, εάν από την πλευρά της χώρας μας χαθεί η μάχη των θαλασσών. Ο Έβρος δεν είναι κατάλληλο πεδίο από την ελληνική πλευρά για να αποτολμήσουν εισβολή οι Τούρκοι, ενώ κι εμείς δεν διαθέτουμε το πλήθος των δυνάμεων που απαιτούνται για να δοκιμάσουμε μια εισβολή σε βάθος στο τουρκικό έδαφος από τον Έβρο. Φυσικά κι εκεί θα γίνουν σκληρές μάχες, με συμμετοχή βαρέως πυροβολικού ένθεν και ένθεν, αλλά η γραμμή του μετώπου δεν πρόκειται να αλλάξει, έστω κι αν υπάρξουν προσωρινά και τοπικού χαρακτήρα κέρδη από τη μιά ή την άλλη πλευρά, που δεν πρόκειται να επηρεάσουν την τελική έκβαση ενός τέτοιου πολέμου. Η καταστροφή όμως του πολεμικού στόλου του ενός εκ των αντιπάλων είναι που θα οδηγήσει τις εξελίξεις. Είτε θα επιτρέψει την κατάληψη των νησιών μας από την Τουρκία, είτε η ίδια θα υποχρεωθεί σε αναδίπλωση και συνθηκολόγηση. Το κλειδί λοιπόν στην περίπτωσή μας είναι ο στόλος, σειρά έχει η αεράμυνα με εξελιγμένα συστήματα, ακολούθως η αεροπορία και στο τέλος τα στρατιωτικά τμήματα ξηράς.

Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει στην Ουκρανία. Όλα κρίνονται στο έδαφος, συνεπώς τον πρώτο λόγο έχουν οι δυνάμεις του στρατού ξηράς, ακολουθεί η αεράμυνα, μετά η αεροπορία και στο τέλος το ναυτικό. Εάν υπήρχε ισχυρό ουκρανικό ναυτικό, θα μπορούσε να βοηθήσει τους Ουκρανούς να αποφύγουν τον ολοκληρωτικό θαλάσσιο αποκλεισμό στον Εύξεινο Πόντο από τις αντίστοιχες ναυτικές δυνάμεις της Ρωσσίας. Κάτι που δεν έγινε βεβαίως, οι Ρώσσοι κατίσχυσαν από την πρώτη ημέρα και επέβαλαν πλήρη αποκλεισμό. Κάτι όμως που θα ήταν απολύτως αναμενόμενο και από τους Ουκρανούς και θα το είχαν λάβει υπ’ όψιν τους στα σχέδια της αμύνης τους. Συνεπώς, ο αποκλεισμός αυτός δεν πρόκειται να παίξει σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου και την τελική έκβασή του, απλώς καθιστά πιο ασφυκτική, αλλά αναμενόμενη, την πίεση των Ρώσσων. Στον αέρα επίσης, η πλήρης αδυναμία της Ουκρανίας να αντιταχθεί στην συντριπτική υπεροχή της Ρωσσίας, διαθέτοντας όμως μια σχετικά ικανή αεράμυνα στο έδαφος, οδηγεί και τη Ρωσσία σε περιορισμένη -σχετικά- χρήση της αεροπορίας, όποτε και όπου κρίνεται αναγκαίο, χωρίς πανάκριβα οπλικά συστήματα, όπως είναι τα μαχητικά αεροσκάφη να εκτίθενται σε αχρείαστους κινδύνους. Αυτά θα χρησιμοποιηθούν σε πλήρη έκταση και ένταση, από την πλευρά των Ρώσσων, στην περίπτωση εμπλοκής τρίτων δυνάμεων (ΝΑΤΟ).

Η γεωγραφία

Η Ουκρανία είναι η δεύτερη σε μεγαλύτερη έκταση χώρα της Ευρώπης με εμβαδόν 603.548 Km2. Έχει σήμερα περίπου 44 εκατομμύρια πληθυσμό, με πυκνότητα περίπου 73 ατόμων ανά Km2. Είναι σχεδόν ολοκληρωτικά πεδινή χώρα. Το μέγεθός της καθιστά δύσκολη την ολοκληρωτική κατάληψη τους εδάφους της από την όποια επιτιθέμενη δύναμη, ενώ απαιτεί εκτός από πολύ χρόνο, λόγω των μεγάλων αποστάσεων από περιοχή σε περιοχή, επίσης, τη συγκέντρωση ενός τεράστιου αριθμητικά στρατεύματος που θα πρέπει να επιχειρήσει για να την καταλάβει.

Το πεδινό έδαφος προσφέρει τα ίδια πλεονεκτήματα και τα ίδια μειονεκτήματα στον εισβάλλοντα και στον αμυνόμενο, ο οποίος βέβαια διατηρεί το πλεονέκτημα, ότι γνωρίζει πολύ καλύτερα τα δικά του εδάφη τα οποία καλείται να υπερασπιστεί, έχοντας από πριν φροντίσει για την ύπαρξη κατάλληλων αμυντικών έργων.

Οι διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις

Η Ρωσσία μια από τις ισχυρότερες στρατιωτικά δυνάμεις στον κόσμο, διέθεσε για την ειδική επιχείρηση -όπως την ονομάζει- στην Ουκρανία συνολικά μόνον 150.000 στρατιωτικό προσωπικό (από τις 900.000 στο σύνολό τους), ενώ άλλες περίπου 50.000 είναι οι δυνάμεις των δύο αυτονομημένων επαρχιών του Λουγκάνσκ και του Ντονιέσκ. Η συνολική ρωσσική δύναμη που επιχειρεί στην Ουκρανία δεν ξεπερνά τις 200.000. Η δύναμη αυτή διαθέτει -κατά πληροφορίες- επίσης γύρω στα 1.200 άρματα μάχης, περί τις 2.000 άλλα τεθωρακισμένα οχήματα και περίπου επίσης 1.500 πυροβόλα κάθε διαμετρήματος. Οι δυνάμεις αυτές συνεπικουρούνται από συστοιχίες πυραύλων και την αεροπορία. Είναι όμως -οι δυνάμεις αυτές- μόνον ένα μικρό μέρος των συνολικών στρατιωτικών δυνάμεων της Ρωσσίας, όπως φαίνεται και στον διπλανό πίνακα.

Απέναντι σε αυτές τις ρωσσικές δυνάμεις η Ουκρανία αντιπαραθέτει 200.000 επίσης τακτικό στρατό, περί τους 300.000 εθνοφύλακες, ενώ έχει δυνατότητα για πάνω από 900.000 επίστρατους. Δεν γνωρίζουμε πόσες και ποιες από αυτές τις δυνάμεις είναι πραγματικά μάχιμες και με πλήρη εξοπλισμό. Ωστόσο, με δεδομένο ότι είναι η χώρα που δέχεται την επίθεση και την εισβολή από πολύ ισχυρότερη χώρα, χρησιμοποιεί αναγκαστικά το σύνολο των δυνάμεών της και το σύνολο τους εξοπλισμού της. Βρίσκεται έτσι σε αντίθεση με τη Ρωσσία που χρησιμοποιεί μόνον ένα σχετικά μικρό μέρος των στρατιωτικών της δυνάμεων. Οι Ουκρανοί αντιπαραθέτουν 2.500 άρματα μάχης, πάνω από 2.000 πυροβόλα, και 12.000 τεθωρακισμένα οχήματα. Γνωρίζουμε ότι ο Ουκρανικός στρατός τα τελευταία χρόνια εκπαιδεύονταν εντατικά από νατοϊκούς εκπαιδευτές, ενώ διαθέτει επίσης σύγχρονο αντιαεροπορικό και αντιαρματικό εξοπλισμό. Στην πραγματικότητα, με δεδομένη την μικρή αριθμητικά δύναμη των Ρώσσων που εμπλέκεται στο έδαφός της, η Ουκρανία επί του εδάφους διαθέτει ισχυρό αριθμητικό πλεονέκτημα.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, διαπιστώνουμε, ότι δεν πρόκειται για έναν αγώνα μεταξύ Δαυίδ και Γολιάθ, όπως η δυτική προπαγάνδα ισχυρίζεται, αλλά για έναν τουλάχιστον αμφίρροπο πόλεμο, όπου πέραν της απόλυτης υπεροχής της Ρωσσίας στη θάλασσα και τον αέρα, οι ουκρανικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στο έδαφος, όπου κρίνονται τα πάντα, είναι αριθμητικά έως και τρεις, ίσως και παραπάνω, φορές υπέρτερες των ρωσσικών που επιχειρούν στο πεδίο. Κάτι που υπερκαλύπτει ως ένα μεγάλο βαθμό την πιθανή υστέρησή τους σε ποιοτικό και σύγχρονο εξοπλισμό, καθώς και τη ρωσσική υπεροχή στον αέρα.

Οι Ουκρανοί έχουν επίσης το πλεονέκτημα ότι επιχειρούν στα εδάφη τους που τα γνωρίζουν καλά, αλλά και το σοβαρό μειονέκτημα, ότι οι εφεδρείες τους είναι πεπερασμένες, με τη γενική επιστράτευση που κηρύχθηκε καθυστερημένα, να μην φαίνεται ότι υπήρξε επιτυχής, ενώ και η πλειονότητα του ουκρανικού λαού φαίνεται να κρατά μια «μουδιασμένη» στάση αποστασιοποίησης, παρά περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της δυτικής προπαγάνδας. Διότι εάν φέρουμε στην μνήμη μας φωτογραφίες από την 28η Οκτωβρίου 1940 στην Ελλάδα και τον ενθουσιασμό που επικρατούσε, όπως επίσης φωτογραφίες και βίντεο από τις τεράστιες διαδηλώσεις στο Βελιγράδι ενάντια στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς, με χιλιάδες γυναικόπαιδα να σπεύδουν στις γέφυρες του Δούναβη για να τις προστατεύσουν με τη ζωή τους, ποτέ δεν είδαμε κάτι ανάλογο, έναν μήνα τώρα από την Ουκρανία. Μόνον μικρά «στημένα» βίντεο με ελάχιστους πολίτες μπροστά σε πρόχειρα, οδοφράγματα, ή άλλους να κατασκευάζουν βόμβες μολότωφ. Είδαμε κατά χιλιάδες να εγκαταλείπουν τη χώρα, επιλέγοντας την προσφυγιά, αλλά κανένα ενθουσιασμό, καμία μαζικότητα σε εκδηλώσεις στήριξης της αμυντικής προσπάθειας του καθεστώτος!

Παρ’ όλα αυτά, οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ουκρανών τα δίνουν -όπως είναι λογικό- όλα, ενώ οι Ρώσσοι έχουν μεγάλες εφεδρείες και μπορούν να διατηρηθούν στο πεδίο για πολύ μεγαλύτερο χρόνο. Το να χάσουν οι Ρώσσοι πχ 10 άρματα μάχης δεν τους ενοχλεί, εάν όμως θα είναι οι Ουκρανοί που θα χάσουν αντίστοιχα 10 άρματα θα τους στοιχίσει, διότι δεν μπορούν να τα αντικαταστήσουν. Οι Ρώσσοι έχουν άπειρα πυρομαχικά, ενώ οι Ουκρανοί είναι υποχρεωμένοι να κάνουν οικονομία, αφού μολονότι οι εφοδιαστικές αλυσίδες από τη δύση συνεχίζουν να τους παρέχουν σοβαρή υποστήριξη σε εξοπλισμούς, είναι ζήτημα εάν αυτά τα εξοπλιστικά εφόδια μπορούν να φθάνουν έγκαιρα στα πεδία των μαχών.

Παρ’ όλα αυτά, οι Ουκρανοί ερμηνεύοντας σωστά την τακτική των Ρώσσων και οργανώνοντας έξυπνα την άμυνά τους, θα μπορούσαν να αποκρούσουν με σχετική επιτυχία την επίθεση, εξασφαλίζοντας πλεονέκτημα σε μια πιθανή διαπραγμάτευση, υποχρεώνοντας τους Ρώσσους να αναδιπλωθούν στις απαιτήσεις τους. Κοντολογίς, εάν οι Ουκρανοί δεν θα μπορούσαν να είναι θριαμβευτές στο πεδίο λόγω μεγέθους συνολικά των δυνάμεων, θα μπορούσαν να διασφαλίσουν μια «ισοπαλία», που στην προκειμένη περίπτωση θα ισοδυναμούσε με νίκη.

Οι τακτικές των αντιπάλων

Οι Ρώσσοι, αντίθετα απ’ ό,τι πίστευαν πολλοί, ότι θα κάνουν εκκινώντας την επιχείρησή τους, δηλαδή μια αντίστοιχη των Αμερικανών επιχείρηση «Σοκ και δέους» λίγων εικοσιτετραώρων, προκειμένου να οδηγήσουν σε κατάρρευση το ουκρανικό καθεστώς, γνωρίζοντας πολύ καλύτερα τον αντίπαλό τους, επέλεξαν «κλασσικού» τύπου επιχειρήσεις. Έχοντας πλήρη επίγνωση του πεδίου και των δυνατοτήτων του αντιπάλου -κι επειδή επέλεξαν συνειδητά να αποφύγουν εκτεταμένες καταστροφές στις πολιτικές υποδομές της Ουκρανίας και την απώλεια μεγάλου αριθμού αμάχων, επικεντρώθηκαν στη σταδιακή καταστροφή των στρατιωτικών υποδομών του αντιπάλου και τη διάσπαση των δυνάμεών του σε πολλαπλά μέτωπα, στο πλαίσιο της αποκαλούμενης από τους Ρώσσους «αποστρατιωτικοποίησης».

Έτσι, αντί μιας μαζικής ισοπεδωτικής αεροπορικής και πυραυλικής επιδρομής που θα ακολουθούσε μια επίσης μαζική εισβολή δυνάμεων εδάφους από ένα συγκεκριμένο σημείο στα ανατολικά της χώρας στην περιοχή του Ντονμπάς, όπου δρούσαν επίσης οι δυνάμεις των αυτονομιστών του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ, επέλεξαν την εισβολή ταυτόχρονα από βορρά προς το Κίεβο, βορειοανατολικά προς Σούμι, στη συνέχεια προς Χάρκοβο, βέβαια προς Ντονμπάς ανατολικά και νότια, αλλά και ταυτόχρονα από το νότο, από την Κριμαία προς ανατολάς προς Μαριούπολη, καταλαμβάνοντας προς βορράν την περιοχή της Χερσόνας και δυτικά προς το Μικαλάιβ αποκλείοντας και την Οδησσό (προσώρας μόνον από τη θάλασσα).

Το μέτωπο πλέον των συγκρούσεων αναπτύχθηκε αμέσως, με επιλογή των ρωσσικών δυνάμεων, σε μιά τεράστια έκταση εντός του ουκρανικού εδάφους μήκους σχεδόν 2.000 χιλιομέτρων, σχηματίζοντας μια «λαβίδα» ασφυκτικής πίεσης στις ουκρανικές δυνάμεις. Οι οποίες υποχρεώθηκαν έτσι επίσης να διασπαστούν διασπειρόμενες και απομακρυνόμενες σε πολύ μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους.

Οι Ρώσσοι με αυτόν τον τρόπο διακινδύνευσαν και τη δική τους διασπορά και εξασθένιση της δύναμης του πυρός τους, δεν απέφυγαν δυσκολίες στις επικοινωνίες και στην ομαλή τροφοδοσία των δυνάμεών τους, ενώ μεγεθύνθηκαν τα προβλήματα επιμελητείας, που αντιμετώπισαν. Έχοντας -μάλλον- επίγνωση αυτών των προβλημάτων, και λαμβάνοντάς τα υπ’ όψιν στους σχεδιασμούς τους, επέλεξαν, όμως, αυτήν την τακτική, διότι υπολόγισαν και πέτυχαν τη μεγιστοποίηση αντίστοιχων προβλημάτων στις υπέρτερες στο έδαφος δυνάμεις των Ουκρανών, ποντάροντας στο πεπερασμένο των εφεδρειών των δεύτερων. Οι οποίοι διασπαζόμενοι σε μικρά τμήματα εξαναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σε πολλές περιπτώσεις για να μην εγκλωβιστούν, αφήνοντας τεράστιες περιοχές στην κατοχή των υποδεέστερων αριθμητικά ρωσσικών δυνάμεων. Οι Ρώσσοι με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να θέσουν υπό τον πλήρη έλεγχό τους περισσότερο από το 25% του ουκρανικού εδάφους, μετατρέποντας μάλιστα την Ουκρανία σε περίκλειστο κράτος, έχοντας την αποκόψει από κάθε πρόσβαση από και προς τη θάλασσα.

Έτσι, οι Ρώσσοι έχοντας δημιουργήσει με επιτυχία αυτή την τεράστια λαβίδα περίσφιξης των ουκρανικών δυνάμεων, εκκαθαρίζοντας την Μαριούπολη από τις δυνάμεις του «Αζόφ» (έχουν σχεδόν ολοκληρώσει), έχοντας καταλάβει την Χερσόνα και τη Μελιτούπολη και περικυκλώσει πολλές άλλες μεγάλες πόλεις, δεν βιάζονται καθόλου να προελάσουν και να προχωρήσουν στην κατάληψή τους. Αρκούνται σε ένα πόλεμο φθοράς, καταστρέφοντας σταδιακά με πυραυλικές επιθέσεις και βαρύ πυροβολικό, με μικρή συμμετοχή και της αεροπορίας, ό,τι έχει απομείνει από ζωτικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Ουκρανών, σε όλη την έκταση της ουκρανικής επικράτειας μέχρι τα σύνορα με την Πολωνία, αποθήκες πυρομαχικών και καυσίμων, καθώς και διαδρόμους ανεφοδιασμού. Ο χρόνος δεν φαίνεται να τους πολυενδιαφέρει προς το παρόν.

Οι Ουκρανοί από την πλευρά τους, αιφνιδιαζόμενοι και μη μπορώντας να αποφύγουν την «παγίδα» από την ταυτόχρονη προέλαση των Ρώσσων σε ένα τόσο μεγάλο μήκος μετώπου, επέλεξαν -έχοντας ήδη διασπασθεί και διασκορπιστεί ο στρατός σε πολλαπλά μέτωπα- τη συγκέντρωση ενός μεγάλου μέρους των δυνάμεών τους εντός των πόλεων, μεταφέροντας βαρύ οπλισμό εντός αυτών, καθιστώντας τις πόλεις έρμαια των πυρών των αντιπάλων και εκθέτοντας τον άμαχο πληθυσμό σε τεράστιους κινδύνους, αν όχι σε σφαγή, με την «μεγαλοσύνη» των Ρώσσων να την αποτρέπει προς το παρόν (πλην της Μαριούπολης), που για τους Ρώσσους είναι από τους πρωτεύοντες στόχους.

Το μοιραίο εγκληματικό λάθος των Ουκρανών

Η τακτική αυτή οχύρωσης εντός των μεγάλων πόλεων στο όνομα ενός καθολικού πολέμου και παλλαϊκής άμυνας μέχρι τελευταίου Ουκρανού, μπορεί όντως να εξάπτει την φαντασία διαφόρων και να λειτουργεί επικοινωνιακά, δείχνοντας έναν «λαό» αποφασισμένο να πεθάνει μέχρις ενός για την ελευθερία της πατρίδας του. Στην πράξη, όμως, αποτελεί εγκληματική απερισκεψία, αφού πολλαπλασιάζει, χωρίς λόγο της απώλειες μεταξύ των αμάχων και τις καταστροφές σημαντικών πολιτικών υποδομών, αδιαφορώντας για την επόμενη ημέρα του πολέμου. Πέραν του γεγονότος, φυσικά, ότι -παρά τους προπαγανδιστικούς ισχυρισμούς- φέρει τους Ρώσσους, να ενδιαφέρονται περισσότερο από τους ίδιους, τόσο για τους άμαχους, όσο και για την αποφυγή εκτεταμένων καταστροφών σε πολιτικές υποδομές. Το «Κούγκι» δικαιολογείται μόνον όταν σε κάποιον εγκλωβισμένο μαχητή (και όχι άμαχο πολίτη) δεν του έχει απομείνει άλλη επιλογή από το «αποθανέτω μετά των αλλοφύλων». Η Ουκρανία προφανώς δεν είναι η περίπτωση, ούτε οι κάτοικοι των πόλεων ρωτήθηκαν εάν θέλουν να γίνουν ανθρώπινες ασπίδες. Όταν μάλιστα η άμυνα των πόλεων θα μπορούσε να οργανωθεί αποτελεσματικά εκτός αυτών, πολύ περισσότερο αφού οι δυνάμεις του εχθρού είναι αριθμητικά υποδεέστερες και διάσπαρτες σε ένα μέτωπο της τάξης των 2.000 χιλιομέτρων. Το Κίεβο μάλιστα ούτε καν έχει περικυκλωθεί μέχρι σήμερα, με τις ρώσσικες δυνάμεις απλά να παρενοχλούν και να δοκιμάζουν τις αντοχές του ουκρανικού στρατού στην περιοχή, στο πλαίσιο των πολλαπλών αντιπερισπασμών που έξυπνα εφαρμόζει η ρωσσική πλευρά σε αυτόν τον πόλεμο -και όχι μόνο στο στρατιωτικό πεδίο. Με τους «βοοειδείς» αμερικανο-ευρω-νατοϊκούς εγκεφάλους να έχουν αυτοεγκλωβιστεί στη δική τους προπαγάνδα και την απέραντη υπεροψία τους, θυσιάζοντας τον ουκρανικό λαό στο βωμό των -κακώς εννοουμένων- συμφερόντων τους.

Φαίνεται, ότι η τακτική αυτή από την πλευρά των Ουκρανών, επιλέχθηκε με βάση την -για επικοινωνιακούς λόγους- υπερεκτίμηση της δύναμης του αντιπάλου (Δαβίδ εναντίον Γολιάθ). Δηλαδή, περισσότερο για λόγους ψυχολογικής πίεσης στους κατοίκους και για να δημιουργηθεί η αίσθηση της παλλαϊκής άμυνας. Ότι, δηλαδή, δεν τους έχει απομείνει άλλη επιλογή από το να υπερασπιστούν οι ίδιοι της πόλεις και τα σπίτια τους, απέναντι στο «σατανά» εχθρό, σε σημείο μάλιστα να μην τους επιτρέπεται να διαφύγουν μέσω ανθρωπιστικών διαδρόμων. Αλλά ταυτόχρονα για την επικοινωνιακού τύπου άσκηση πίεσης στην «ευσυγκίνητη» διεθνή κοινή γνώμη, ελπίζοντας -οι ουκρανικές αρχές-, είτε σε μια επέμβαση του ΝΑΤΟ για να αποφευχθεί η (εκβιαζόμενη έτσι) ανθρωπιστική κρίση, είτε σε μια πολιτική παρέμβαση διευθέτησης και παύσης των επιχειρήσεων.

Σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, όμως, η τακτική αυτή οχύρωσης στις πόλεις δεν έχει την παραμικρή επίπτωση και σημασία υπέρ των αμυνομένων, εάν ο στόχος του αντιπάλου είναι η ολοκληρωτική κατάληψη των πόλεων, όπως στην περίπτωση της Μαριούπολης, ή σε προηγούμενες περιπτώσεις στο Γκρόζνυ και στο Χαλέπι. Επί της ουσίας πρόκειται για αυτοκτονία.

Διότι, η οχύρωση εντός των πόλεων, πέραν των παραπάνω, έχει και εντελώς αρνητικές συνέπειες στο πεδίο, για καθαρά στρατιωτικούς λόγους. Στην ύπαιθρο έχεις άλλες δυνατότητες ελιγμών, αποφυγής των εχθρικών επιθέσεων, υποχωρήσεων και αντεπιθέσεων, καθώς και ανεφοδιασμού. Εντός των πόλεων εγκλωβίζεσαι σε ακινησία, περιμένοντας να εισέλθει ο εχθρός για να του προκαλέσεις απώλειες. Ο εχθρός όμως δεν είναι τόσο αφελής. Αν δεν επιθυμεί να σε ισοπεδώσει, παραμένει σχετικά εκτός πεδίου βολής, αποκόπτοντας κάθε δυνατότητα τροφοδοσίας κι επιδίδεται σε συστηματικό πόλεμο φθοράς μέχρι να σου τελειώσουν τα εφόδια ακόμη και η τροφή και να σε εξαναγκάσει σε παράδοση, έχοντας καταρρακώσει το ηθικό σου, αφού οι δυνατότητες διαφυγής είναι πλέον ανύπαρκτες. Εάν βιάζεται και ο στόχος του είναι πράγματι η κατάληψη της πόλης, σε ισοπεδώνει -διότι έχει τη δυνατότητα. Τόσο απλά!

Το χειρότερο όμως, στην περίπτωση, είναι η αποστέρηση της δυνατότητας προώθησης εφεδρειών και κρίσιμων εφοδίων εκεί που πραγματικά δίνονται οι μάχες. Δηλαδή εν προκειμένω, στην περιοχή του Ντονμπάς, όπου βρίσκεται ο κύριος όγκος των τακτικών δυνάμεων του ουκρανικού στρατού, δίνοντας σκληρές μάχες απόκρουσης των Ρώσσων. Οι οποίοι -μέτρο το μέτρο- περικυκλώνουν την ευρύτερη περιοχή αποκόπτοντας την από την υπόλοιπη χώρα, και αποδεκατίζοντας τον ουκρανικό στρατό που στερείται έτσι σταδιακά εφεδρειών, πυρομαχικών και λοιπών εφοδίων. Επί της ουσίας ο κεντρικός κορμός της ουκρανικής δύναμης έναν μήνα μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, έχει μείνει αβοήθητος, κουρασμένος, με όλο και λιγότερα εφόδια και πυρομαχικά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εξέλιξη της σύγκρουσης. Μια δυσμενής εξέλιξη που εάν ως φαίνεται ολοκληρωθεί, θα έχει πολλαπλές επιπτώσεις για την τύχη της Ουκρανίας, περισσότερο κι απ’ όσο εάν είχε καταληφθεί 10 φορές το Κίεβο. Το οποίο θα είναι το «δώρο» που θα προσφέρει ο νικητής στον ηττημένο κατά τη συνθηκολόγηση (…κι εάν βεβαίως προσφερθεί!).

Τα πάντα στον βωμό της προπαγάνδας

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο τακτικό λάθος με στρατηγικό όμως αποτέλεσμα την ήττα, της ηγεσίας της Ουκρανίας και των νατοϊκών καθοδηγητών της, που παρασυρόμενη από τις ανάγκες της πολιτικής επικοινωνίας και της προπαγάνδας, με ταυτόχρονη την αδυναμία της να ερμηνεύσει σωστά τις στρατηγικές και τακτικές στοχεύσεις της Ρωσσίας επί του πεδίου, εγκλώβισε ένα ικανό αριθμό μάχιμων μονάδων στις πόλεις. Ενώ πέφτοντας στην καλοστημένη παγίδα των Ρώσσων δεν απέφυγε τον κατακερματισμό των υπόλοιπων δυνάμεών της.

Έτσι, με την βοήθεια των ίδιων των Ουκρανών, η φαινομενικά προβληματική επιλογή των Ρώσσων να εξαπλωθούν οι μικρές -σε σχέση με το μέγεθος του μήκους περίπου 2.000 χιλιομέτρων μετώπου- δυνάμεις τους και να προσπαθούν να περικυκλώσουν σημαντικές πόλεις -και κυρίως το Κίεβο-, από μειονέκτημα μετετράπη σε ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα επί του πεδίου, αφού οδήγησε σε αποσάθρωση την ουκρανική άμυνα, μετατρέποντας έναν αγώνα σπριντ όπως πίστεψαν οι δυτικοί (προβλέποντας, δίχως να υπάρχει η παραμικρή βάση γι’ αυτό, τη γρήγορη κατάρρευση του καθεστώτος), σε έναν μαραθώνιο αγώνα αντοχής με την «αρκούδα» να διαθέτει τεράστια αποθέματα (κάτι ανάλογο επίσης παρατηρούμε να συμβαίνει και στο πεδίο των κυρώσεων). Με τον επιδιωκόμενο πόλεμο φθοράς σε βάρος της Ρωσσίας να επιστρέφει προσώρας μπούμερανγκ στους εμπνευστές του.

Έτσι, ερμηνεύεται και η καθόλου αμελητέα αλλά πάντα συντηρητική και απολύτως επιλεκτική χρήση της ισχυρότατης ρωσσικής αεροπορίας, που με σχεδόν πλήρως εξουδετερωμένη την αντίστοιχη ουκρανική, δεν κρίνεται απαραίτητη η έκθεση και η καταπόνησή της, με το βαρύ πυροβολικό και τις πυραυλικές επιθέσεις να κάνουν την ίδια και καλύτερη δουλειά επί του εδάφους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα είναι εύκολα (ποτέ δεν θα μπορούσε να ήσαν) για τους Ρώσσους, διότι ακόμη και με αυτές τις αδυναμίες και τα -στρατηγικής επίπτωσης- λάθη στον σχεδιασμό της άμυνάς τους οι Ουκρανοί διαθέτουν έναν καλά εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό. Αυτό προκαλεί καθυστερήσεις στην προώθηση των Ρώσσων και καθόλου ευκαταφρόνητες απώλειες, αλλά όχι και τόσο υπολογίσιμες στον τύπο του πολέμου που επέλεξαν και επέβαλαν οι Ρώσσοι, οι οποίοι δεν έχασαν ούτε για μια στιγμή την πρωτοβουλία των κινήσεων, με όλους τους άλλους να πασκίζουν για να τις ερμηνεύσουν.

Το αποτέλεσμα, λοιπόν, είναι πλέον προδιαγεγραμμένο με ευθύνη και της ίδιας της Ουκρανίας με τις επιλογές της επί του πεδίου, ενώ η Ρωσσία θα επιτύχει όλους τους στόχους της όπως εξ αρχής είχε δημόσια δηλώσει και αναλύθηκαν σε προηγούμενο άρθρο (https://www.hereticalideas.gr/2022/03/mporei-i-rossia-na-xasei-ton-polemo.html).

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.