web analytics
ΕπικαιροΠολιτικη

Τέμπη – Κιβωτός: Δύο υποθέσεις – Μία έκρηξη ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ – Ποιος ΠΙΣΤΕΥΕΙ πια την Δικαιοσύνη;

ΤΕΜΠΗ & ΚΙΒΩΤΟΣ: ΔΥΟ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ, ΜΙΑ ΚΑΤΑΡΡΕΟΥΣΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ – ΠΟΙΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΠΙΑ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ; Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας. Όταν αυτή η εμπιστοσύνη κλονίζεται, η κρίση δεν είναι απλώς θεσμική – είναι βαθιά κοινωνική. Το τελευταίο διάστημα, δύο υποθέσεις υψηλής δημοσιότητας επανέφεραν με ένταση το ερώτημα: πιστεύει ακόμη η κοινωνία στην αμεροληψία και την ανεξαρτησία της ελληνικής Δικαιοσύνης;

Αφορμή στάθηκαν αφενός η πρόσφατη καταδίκη σε δεύτερο βαθμό (Εφετείο) του πατέρα Αντωνίου, ιδρυτή της «Κιβωτού του Κόσμου», και αφετέρου οι δημόσιες παρεμβάσεις της Μαρίας Καρυστιανού για την πορεία της δικαστικής διερεύνησης της τραγωδίας των Τεμπών, με αιχμές περί παρεμβάσεων και συγκάλυψης.

Η υπόθεση της Κιβωτού και το αίσθημα αδικίας γύρω από τον πατέρα Αντώνιο

Η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου για τον πατέρα Αντώνιο προκάλεσε ισχυρό σοκ σε πολίτες που επί χρόνια στήριζαν το έργο της «Κιβωτού του Κόσμου». Για πολλούς, η εικόνα ενός ιερέα που είχε ταυτιστεί με την κοινωνική προσφορά να καταδικάζεται σε δεύτερο βαθμό δεν ερμηνεύτηκε ως «απόδειξη ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί», αλλά ως ένδειξη ότι η υπόθεση εξακολουθεί να αφήνει σοβαρά ερωτήματα.

Σε μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης καταγράφεται η πεποίθηση ότι δεν εξετάστηκαν με την ίδια αυστηρότητα όλες οι πλευρές. Υποστηρικτές του πατέρα Αντωνίου επισημαίνουν ότι βασικοί κατήγοροι φέρονται να έχουν πέσει σε αντιφάσεις στις καταθέσεις τους, χωρίς – όπως υποστηρίζουν – να ελεγχθούν επαρκώς και σε βάθος από το δικαστήριο, με ερωτήσεις που θα «κλείδωναν» κάθε ασάφεια.

Αυτή η αίσθηση, είτε είναι νομικά βάσιμη είτε όχι, τροφοδοτεί τη δυσπιστία και ενισχύεται από τη συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει μια υπόθεση με τόσους ανθρώπους να νιώθουν ότι «ξέρουν από κοντά» το έργο της Κιβωτού.

Παράλληλα, κυκλοφορεί έντονα, ιδίως στα κοινωνικά δίκτυα, η άποψη ότι στον πατέρα Αντώνιο «την έστησαν», με στόχο να αλλάξει χέρια ο έλεγχος και η διαχείριση της οργάνωσης και των πόρων της. Πρόκειται για κοινωνική πεποίθηση/υποψία και όχι για αποδεδειγμένο γεγονός, όμως έχει σημασία πολιτικά και θεσμικά: δείχνει πόσο εύκολα ένα μέρος της κοινωνίας ερμηνεύει μια δικαστική κρίση ως «επιχείρηση εξόντωσης» και όχι ως απονομή δικαίου.

Ο ίδιος ο πατέρας Αντώνιος, σε δημόσιες δηλώσεις του μετά την απόφαση, εμφανίστηκε βέβαιος για την αθωότητά του, λέγοντας ότι έχει «καθαρή συνείδηση» και ότι αισθάνεται αδικημένος.

Ο Άρειος Πάγος ως επόμενο στάδιο

Μετά την απόφαση του Εφετείου, το επόμενο θεσμικό βήμα που συζητείται δημόσια είναι η δυνατότητα προσφυγής στον Άρειο Πάγο μέσω αίτησης αναίρεσης (όπου εξετάζονται κυρίως νομικά ζητήματα και η ορθή εφαρμογή του νόμου, όχι εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά).

Για τους υποστηρικτές του πατέρα Αντωνίου, μια τέτοια εξέλιξη αντιμετωπίζεται ως «τελευταίο οχυρό» για να ανατραπεί μια κρίση που θεωρούν άδικη ή ελλιπώς τεκμηριωμένη.

Τέμπη: Οργή, καταγγελίες και η αίσθηση ότι η αλήθεια «δεν προχωρά»

Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν απλώς ένα δυστύχημα. Για μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποτέλεσε σημείο καμπής στη σχέση πολιτών-κράτους.

Η δικαστική διερεύνηση συνεχίζεται, όμως η δημόσια συζήτηση γύρω από τις ευθύνες, τις καθυστερήσεις και την αποτελεσματικότητα των θεσμών παραμένει εκρηκτική.

Η Μαρία Καρυστιανού, μητέρα θύματος, έχει εκφράσει δημόσια την πεποίθηση ότι επιχειρείται συγκάλυψη. Σε πρόσφατη παρέμβασή της άσκησε σκληρή κριτική, κάνοντας λόγο για «κρατική ομερτά» και καταγγέλλοντας παρεμβάσεις θεσμών – ακόμη και του Αρείου Πάγου – «για να στηρίξει ανακριτές και εισαγγελείς», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.

Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι μόνο η οξύτητα των εκφράσεων, αλλά το γεγονός ότι βρίσκουν τεράστια απήχηση.

Πολλοί πολίτες δεν ακούνε απλώς έναν γονιό που θρηνεί – ακούνε έναν άνθρωπο που εκφράζει μια συλλογική υποψία: ότι όταν μια υπόθεση αγγίζει κράτος, μηχανισμούς, ευθύνες και ισχυρά πρόσωπα, η αλήθεια δυσκολεύεται να φτάσει «μέχρι τέλους».

Επιπλέον, ζητήματα όπως οι χειρισμοί γύρω από τις εκταφές και οι δημόσιες διαφωνίες για το τι επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να εξεταστεί, ενισχύουν την πεποίθηση ενός τμήματος της κοινωνίας ότι «κάποιοι βιάζονται να κλείσουν τις πόρτες πριν ανοίξουν όλα τα συρτάρια».

Ακόμη κι αν οι δικαστικές και ιατροδικαστικές διαδικασίες έχουν τεχνικές και νομικές εξηγήσεις, η εικόνα που μένει στον κόσμο είναι ότι η διαφάνεια δεν είναι αυτονόητη.

Το αίτημα που ακούγεται πιο δυνατά δεν είναι «τιμωρία πάση θυσία», αλλά πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας – χωρίς σκιές, με σαφές χρονοδιάγραμμα, καθαρές απαντήσεις και αίσθηση δικαιοσύνης που να «στέκεται» στη συνείδηση της κοινωνίας.

Δύο διαφορετικές υποθέσεις – Ίδιος πυρήνας δυσπιστίας

Οι δύο περιπτώσεις μοιάζουν αντίθετες, όμως οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα:

  • Στην υπόθεση της Κιβωτού, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας πιστεύει ότι η Δικαιοσύνη κινήθηκε υπερβολικά αυστηρά ή ακόμη και με ελλιπή έλεγχο μαρτυριών, αφήνοντας χώρο για την αίσθηση «στησίματος».
  • Στην υπόθεση των Τεμπών, πολλοί πολίτες πιστεύουν ότι η Δικαιοσύνη κινείται με υπερβολική καθυστέρηση ή ότι δεν «σκάβει» αρκετά βαθιά, ιδίως όταν η αλήθεια ακουμπά κρατικούς μηχανισμούς και ευθύνες.

Το παράδοξο είναι ότι, παρότι οι κατηγορίες είναι διαφορετικής κατεύθυνσης, η κατάληξη είναι ίδια: έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Το βαθύτερο πρόβλημα: ανεξαρτησία, αλλά και «εικόνα» ανεξαρτησίας

Σε τέτοιες συνθήκες, η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητη – πρέπει και να πείθει ότι είναι. Όταν η κοινωνία πιστεύει ότι οι θεσμοί «λειτουργούν επιλεκτικά», ακόμη κι αν αυτό δεν αποδεικνύεται, το θεσμικό ρήγμα μεγαλώνει.

Η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με δηλώσεις. Αποκαθίσταται όταν οι διαδικασίες γίνονται αντιληπτές ως: διαφανείς, ισόρροπες, γρήγορες και αυστηρές απέναντι σε όλους.

Ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι

Όταν γονείς θυμάτων μιλούν για συγκάλυψη και χιλιάδες πολίτες πιστεύουν ότι ένας ιερέας «στήθηκε», το ζήτημα ξεπερνά τις επιμέρους δικογραφίες. Αφορά το αν οι θεσμοί μπορούν να σταθούν υπεράνω υποψιών. Αφορά το αν η κοινωνία θα συνεχίσει να εμπιστεύεται τις δικαστικές αποφάσεις – ακόμη κι όταν δεν της αρέσουν.

Γιατί σε μια Δημοκρατία, η Δικαιοσύνη είναι ο τελευταίος πυλώνας. Και όταν ο πυλώνας αυτός αρχίζει να τρίζει στη συνείδηση των πολιτών, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό.

Λάμπρος Λουκάκης

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *