«Καταστράφηκε η ζωή μου»: Τι λέει η καθαρίστρια με το πλαστό απολυτήριο για την υπόθεση Λαζαρίδη
Μνήμες από την πολύκροτη υπόθεση της καθαρίστριας από τον Βόλο, που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη το 2018 και το 2019, επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση με αφορμή τη νέα πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη.
Σε τηλεοπτική της παρέμβαση στο Mega, η γυναίκα ξέσπασε, θυμίζοντας τη δική της δικαστική περιπέτεια, όταν είχε καταδικαστεί επειδή είχε παραποιήσει το απολυτήριο δημοτικού για να μπορέσει να προσληφθεί. Η υπόθεση Λαζαρίδη έχει ήδη προκαλέσει νέο πολιτικό γύρο αντιπαράθεσης και εξελίξεις, καθώς η παραίτησή του ανακοινώθηκε σήμερα Σάββατο (18/4).
Η καθαρίστρια είχε εργαστεί επί σχεδόν δύο δεκαετίες σε παιδικό σταθμό του Δήμου Βόλου, έχοντας δηλώσει ότι προχώρησε στην αλλοίωση του τίτλου σπουδών επειδή έπρεπε να στηρίξει την οικογένειά της, με σύζυγο ανάπηρο και δύο παιδιά. Η υπόθεσή της είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις όταν σε πρώτο βαθμό είχε καταδικαστεί σε 15 χρόνια κάθειρξη με αναστολή, ενώ στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας μείωσε την ποινή στα 10 χρόνια χωρίς αναστολή.
Η γυναίκα οδηγήθηκε τότε στη φυλακή και παρέμεινε κρατούμενη για 23 ημέρες, μέχρι να αποφυλακιστεί στα τέλη Νοεμβρίου του 2018, μετά τις έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και την αποδοχή αιτήματος αναστολής εκτέλεσης της ποινής για λόγους υγείας. Το θέμα είχε προκαλέσει ευρύτατη συζήτηση για την αναλογικότητα των ποινών και για το κατά πόσο η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο υποθέσεις διαφορετικής βαρύτητας.
Η δικαστική της περιπέτεια έκλεισε οριστικά το 2021, όταν το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας αποφάσισε την οριστική παύση της δίωξης για απάτη, μετά την αναίρεση που είχε δεχθεί ο Άρειος Πάγος. Η υπόθεση είχε απασχολήσει επί σειρά ετών το πανελλήνιο και είχε αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη δικαιοσύνη, την κοινωνική ανισότητα και τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά».
Στη νέα δημόσια παρέμβασή της, η καθαρίστρια ανέφερε ότι αναγνώρισε το λάθος της, ζήτησε συγγνώμη και πλήρωσε βαρύ τίμημα, χάνοντας τη δουλειά της και περνώντας, όπως είπε, μια εμπειρία που τη σημάδεψε για πάντα. Τόνισε ακόμη ότι εκείνο που την απογοητεύει περισσότερο είναι η αίσθηση άνισης μεταχείρισης, λέγοντας πως δεν μπορεί ένας απλός εργαζόμενος να αντιμετωπίζει κατηγορία κακουργηματικού χαρακτήρα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ποινική αντιμετώπιση να είναι σαφώς ηπιότερη.
«Θεωρώ ότι ήταν πολύ σκληρό αυτό που μου ‘δώσαν τόσο πολλά χρόνια αλλά πρέπει να δικαστεί και ένας άλλος άνθρωπος, που μπορεί να είναι πολιτικός, μπορεί να είναι οτιδήποτε. Όπως δικάστηκα εγώ, πρέπει να δικαστεί και αυτός. Δηλαδή δεν μπορώ να πάω εγώ για κακούργημα και ο άλλος να πάει για πλημμέλημα. Δηλαδή είμαστε σε διαφορετικούς Θεούς, σε κατώτερο Θεό; Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Για αυτό μόνο το πράγμα δηλαδή στεναχωριέμαι και είμαι απογοητευμένη. Προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου. Συγκινήθηκα. Δεν ξεχνιέται γιατί καταστράφηκε η ζωή μου».
Η ίδια υποστήριξε ότι η ζωή της καταστράφηκε από την υπόθεση και ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παλεύει για το μεροκάματο, κάνοντας περιστασιακές δουλειές. Η υπόθεσή της παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές δικαστικές ιστορίες των τελευταίων ετών, όχι μόνο για τη σκληρότητα της ποινής που επιβλήθηκε αρχικά, αλλά και για το κοινωνικό αποτύπωμα που άφησε πίσω της.

