Τίνος είναι, βρε Κυριάκο, τα λεφτά;


του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στον νου ακούγοντας τον πρωθυπουργό το βράδυ της Τετάρτης και τους υπουργούς το πρωί της Πέμπτης να περιγράφουν με ύφος συμπονετικού φιλάνθρωπου τα μέτρα κατά της ακρίβειας, ιδιαίτερα εκείνο με την κάρτα καυσίμων, είναι το ανέκδοτο που γεννήθηκε στην καρδιά των μνημονίων. Όταν όχι οι ανατιμήσεις των αγαθών, αλλά οι υποτιμήσεις των μισθών έκαναν για κάποιους τη μετακίνηση των αυτοκινήτων πράξη πολυτελείας κι αποκοτιάς. Ντροπαλός οδηγός πλησιάζει διστακτικά την αντλία βενζίνης και ψιθυρίζει στ’ αυτί του πρατηριούχου: «Φίλε, μου βάζεις τέσσερα ευρώ αμόλυβδη;» Και ο πρατηριούχος του απαντά: «Να σου κλάσω και λίγο στα λάστιχα, γιατί τα βλέπω πλάκα;»

Κάπως έτσι προέκυψε μακρά σειρά ανεκδότων, άλλα χοντράδες, άλλα κρυάδες, κι άλλα διαμάντια πηγαίου χιούμορ, που έχουν ήδη καταστήσει τις κυβερνητικές εξαγγελίες βορά και κουρά της λαϊκής θυμοσοφίας, έστω και στην αλγοριθμική εκδοχή της. Εδώ που τα λέμε, κι αυτοί οι χριστιανοί ξύνονται στην γκλίτσα του τσομπάνη μ’ αυτά που λένε. Εχουν ανοίξει τον οχετό κοινοτοπιών και οικονομικών κλισέ για τον εισαγόμενο πληθωρισμό, για τη δημοσιονομική σύνεση που απαιτείται, για την προκλητική κερδοσκοπία –α, ναι! υπάρχει κερδοσκοπία, είδες τι μαθαίνει κανείς, Κυριάκο μου, όσο μεγαλώνει και σιτεύει στα μετάξια της εξουσίας;– και φυσικά για το λεφτόδεντρο. Αλίμονο, μην ξεχάσουμε, κύριε διοικητά της κεντροτράπεζάς μας, να διδάξουμε τα παιδιά, πριν από το «μια ωραία πεταλούδα» και το «είμαι ένα γουρουνάκι βρόμικο πολύ», ότι δεν υπάρχει λεφτόδεντρο. Δεν σκαρώνεις κι ένα σχετικό παιδικό τραγουδάκι, να το ηχογραφήσουν τα «ζουζούνια», κύριε διοικητά μας, να γίνει τρελό σουξέ, να πέσουν το youtube και το tik tok από τα κλικαρίσματα;

Να, μπορεί να πηγαίνει κάπως έτσι: «Είχα φυτέψει μια λεφτοδεντριά/ κάθε πρωί την πότιζα φιλιά/ μα από τ’ αχάριστό της ξύλο/ δεν εβλάστησε ούτε φύλλο». Εντάξει, δεν είναι και το καλύτερο, αλλά οι ταλαντούχοι της χρηματοοικονομικής θα βρουν κάτι καλύτερο για να περιγράψουν το μυστήριο της χρηματογένεσης, αποσιωπώντας ότι οι ποσοτικές χαλαρώσεις περίπου 15 τρισ. δολαρίων που εδώ και 12 χρόνια ποτίζουν η FED και η ΕΚΤ -για να μείνουμε μόνο στον ευρωατλαντικό άξονα- είναι το μεγαλύτερο λεφτόδεντρο που έχει αναπτυχθεί ποτέ στην ιστορία του χρήματος, κάτω από τη σκιά του οποίου κάθισαν σχεδόν 1 δισ. άνθρωποι, έστω κι αν τους καρπούς του τους γεύτηκε μόλις το 1 τοις χιλίοις, βαριά.

Το πρόβλημα με τους ανθρώπους, πολιτικούς, τεχνοκράτες ή τα υβρίδια μεταξύ των δύο, που χειρίζονται τον πλούτο των εθνών και ειδικά το τμήμα που απεικονίζεται σε χρήμα και δη δημόσιο χρήμα, είναι ότι από τη στιγμή που καθίστανται νταβατζήδες του κρατικού θησαυροφυλακίου νομίζουν ότι τους ανήκει. Πέφτουν θύματα μιας ιδιότυπης, αντίστροφης εκδοχής της αλλοτρίωσης: ενώ οι πραγματικοί παραγωγοί του πλούτου -μισθωτοί, τεχνικοί, επιστήμονες, όλοι όσοι συντείνουν στη μετατροπή ιδεών και πρώτων υλών σε εμπορεύματα- νιώθουν ξένα τα προϊόντα της εργασίας τους, οι απαλλοτριωτές αυτών των προϊόντων ή της χρηματικής εκδοχής τους που φτάνουν στα κρατικά θησαυροφυλάκια ως δημόσια έσοδα νομίζουν ότι τους ανήκουν εξ ορισμού. Λες και είναι χρήματα που με κάποιο μαγικό τρόπο οι ίδιοι έχουν αποκτήσει, λες και η εξουσία διαχείρισης των κρατικών προϋπολογισμών που τους ανατίθεται είναι κληρονομιά απ’ τον μπαμπά τους που μπορούν να διαχειριστούν κατά βούληση.

Αυτή η φετιχιστική πλάνη αποτυπώνεται στο ενθουσιώδες, συγκαταβατικό ή περίλυπο ύφος με το οποίο ανακοινώνουν μέτρα στήριξης του πληθυσμού σε περιόδους κρίσεων όπως η τωρινή, μέτρα λιτότητας και αύξησης της φορολογίας σε περιόδους κρίσης χρέους όπως η προηγούμενη δεκαετία ή φοροαπαλλαγές και εισοδηματικές ενισχύσεις σε περιόδους αναπτυξιακής ευημερίας. Εμφανίζονται ως γενναιόδωροι φιλάνθρωποι όταν τα λεφτά που υπόσχονται είναι πολλά, ή ως συνετοί νοικοκυραίοι όταν είναι λίγα, λες και τα βγάζουν από την τσέπη τους.

Να ξεκαθαρίζουμε τα βασικά, παλικάρια μου; Το κρατικό χρήμα που διαχειρίζεστε είναι χρήμα που σας δανείζουμε και σας εμπιστευόμαστε εμείς για να κάνετε τη δουλειά: να τα αναδιανείμετε με τον πιο επωφελή για τους περισσότερους τρόπο. Πάμε λοιπόν: τίνος είναι τα λεφτά του προϋπολογισμού, Κυριάκο μας; Είναι δικά μας! Είναι τα 120 σεντς που παίρνει ως ειδικό φόρο το κράτος σε κάθε δίευρο βενζίνης. Είναι τα 13 σεντς κάθε φραντζόλας ψωμί και τα 26 σε κάθε ποτηράκι καφέ (στο χέρι, όχι σερβιριζόμενο). Είναι τα 180 ευρώ που παίρνει στην πηγή το κράτος για φόρους και εισφορές σε κάθε 1.000 ευρώ μικτού μισθού τον μήνα. Είναι τα 13 ευρώ φορολογικό έσοδο που πάει στο κρατικό ταμείο για 100 ευρώ ρεύματος ή αερίου που καίμε. Το πορτοφόλι σας είναι το πορτοφόλι μας, με λίγα λόγια. Επομένως, το πόσα, σε ποια μορφή και σε ποιους από μας θα επιστρέψεις, Κυριάκο μας, δεν είναι συνάρτηση της γενναιοδωρίας, της καλής διάθεσης ή της οικονομικής ευφυΐας σου, αλλά συνάρτηση της ανοχής μας, της αφέλειας ή της δυσφορίας μας. Το ταμείο γίνεται κατά κανόνα στις εκλογές. Ενίοτε γίνεται και στα ποινικά δικαστήρια.

Πάμε, τώρα, και στο άλλο λεφτόδεντρο. Τίνος είναι τα λεφτά των τραπεζών, Γιάννη μας, Κριστίν μας, Τζερόμ μας; Των αποταμιευτών, μήπως; Μάλλον, ε; Και καθώς πλέον σχεδόν δεν απομένει ούτε σεντ ευρώ ή δολαρίου που να μην περνά από τον παγκόσμιο νταβατζή του χρήματος, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, από τον πενιχρό μισθό που καταθέτει ο εργοδότης στον λογαριασμό του μισθωτού μέχρι τα χρήματα που κατατίθενται στον λογαριασμό της Gazprom για να συνεχίζει τη ροή αερίου παρά τον πόλεμο, το χρήμα των τραπεζών όλου του κόσμου, εντός και εκτός swift, μία πηγή έχει: τις τσέπες μας και βασικά την εργασία μας. Το ότι στις τράπεζες έχει εκχωρηθεί η δαιμόνια εξουσία να μετατρέπουν σε χρήμα τις αποταμιεύσεις μας, πολλαπλασιάζοντάς τες όπως ο Ιησούς τους πέντε άρτους και τα δυο ψάρια, δεν αλλάζει την ουσία: μας δανείζουν -αν, όποτε και όσους δανείζουν- δανειζόμενες τα λεφτά μας. Ακόμη κι αν δεν έχουμε αποταμιεύσεις.

Αν ξεκαθαρίσουμε αυτά τα βασικά, όλα γίνονται καθαρότερα για μας, τους κοινούς θνητούς. Και σκοτεινότερα γι’ αυτούς που μονοπωλούν τον ίσκιο και τους καρπούς των λεφτόδεντρων. Τα οποία υπάρχουν, αλλά μόνο γι’ αυτούς, τους κολλητούς και την τάξη τους.

Θεωρίες για την υπεραξία

Κι όπως έχει η βδομάδα τα μερόνυχτα εφτά
η ζωή μας η ρημάδα δε φτουράει χωρίς λεφτά.
Τα λεφτά, τα λεφτά, ποιος τ’ ανακάλυψε
τα λεφτά, τα λεφτά, την πορτοφόλα
τα λεφτά, τα λεφτά, και μας παράλειψε,
τι παθαίνει ο άνθρωπος με του παρά τη φόλα.
Τα λεφτά, τα λεφτά, τα εκατομμύρια
τα λεφτά, τα μπερντέ, τα μπικικίνια
τα ψιλά, τα χοντρά, τριάντα αργύρια,
στο καζίνο την πατάς εφόσον έχεις γκίνια.
Λίνας Νικολακοπούλου, «Τα λεφτά τα λεφτά» (από τον δίσκο «Σπεράντζα», του Σταμάτη Κραουνάκη)

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.