To θέμα του εμπολέμου που έθεσε η Αλβανία και η απειλή βέτο από τον Δένδια

Η άρση του εμπολέμου είναι θέμα στο οποίο επιμένει πολύ η αλβανική πλευρά και, με κάθε ευκαιρία, το θέτει δημόσια.

Έτσι, λοιπόν, η υπουργός Εξωτερικών της Αλβανίας μετά τη συνάντησή της με τον Έλληνα ομόλογό της, Νίκο Δένδια, δεν δίστασε να ανοίξει θέμα άρσης του εμπολέμου αλλά και της περιουσίας των Τσάμηδων.

Μίλησε λοιπόν για θέματα που έχουμε κληρονομήσει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως την κατάργηση του νόμου του πολέμου και τα ζητήματα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της κοινότητας των Τσάμηδων. Ο Νίκος Δένδιας ανέμενε ότι θα έθετε το θέμα και της έδωσε την απάντηση ότι η διατήρηση του «νόμου περί εμπολέμου» αποτελεί έναν αναχρονισμό και θα πρέπει να απαλειφθεί. Συμπλήρωσε όμως με νόημα: «Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Αυτό σημαίνει συζήτηση επί πραγματικών ζητημάτων, δηλαδή ζητημάτων που η ελληνική πλευρά αποδέχεται ότι υφίστανται και όχι επί ζητημάτων που η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι δεν υφίστανται. Και βέβαια, η οποιαδήποτε προσπάθεια δημιουργίας και συζήτησης μη υπαρκτών ζητημάτων φοβούμαι ότι θα έχει συνέπειες σε πολλαπλά επίπεδα, π.χ. την ανάγκη της Ελλάδας να θέσει ζητήματα που αφορούν και τη δική σας ενταξιακή πορεία»

Η ευθεία αυτή απειλή για βέτο στην ένταξη της Αλβανίας είναι μια διατύπωση που ίσως δεν περίμενε να ακούσει διότι δεν έχει ακουστεί στο παρελθόν από τα χείλη Έλληνα αξιωματούχου.

Στο θέμα του εμπόλεμου προετοιμάζεται η επεξεργασία του Προεδρικού Διατάγματος, με το οποίο θα ακυρώνεται ουσιαστικά το Βασιλικό Διάταγμα της 10ης Νοεμβρίου 1940 με το οποίο εφαρμόζεται ο Αναγκαστικός Νόμος 2636 «Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών».

Η υπογραφή του Προεδρικού Διατάγματος θα επιτρέψει σε Αλβανούς υπηκόους να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους, που είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση.

Ένα καθεστώς που επιβλήθηκε από την ελληνική πλευρά με βασιλικό διάταγμα του 1940 στις σχέσεις με την Αλβανία, αμέσως μετά την εισβολή, διαμέσου των εδαφών της, ιταλικών στρατευμάτων από τις γραμμές των οποίων πολέμησαν και αλβανικά στρατιωτικά τμήματα.

Η Ελλάδα, επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, με απόφαση υπουργικού συμβουλίου κατόπιν εισηγήσεως του τότε ΥΠΕΞ Κάρολου Παπούλια, κατήργησε στις 28 Αυγούστου του 1987 το «εμπόλεμο», βελτιώνοντας θεαματικά το κλίμα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις.

Οι Αλβανοί, παρότι εκτίμησαν ως πολύ θετική τη χειρονομία της Αθήνας, επιμένουν να περάσει η άρση και από την ελληνική Βουλή, η οποία όμως δεν ήταν αυτή που την επέβαλε για να την καταργήσει τώρα με νέα απόφαση. Οι καλοί μας γείτονες φωνάζουν για το δικό μας «εμπόλεμο», αφήνοντας υπόνοιες πως υποκρύπτει εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της χώρας τους αλλά κρύβουν επιμελώς ότι υπάρχει και από την πλευρά τους «εμπόλεμο» με την Ελλάδα το οποίο δεν έχουν καταργήσει. Τον Απρίλιο του 1939 η αλβανική βουλή, επί βασιλείας Ζώγου και ιταλικής κατοχής, αποφάσισε πως όποια χώρα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία θεωρείται αυτομάτως εχθρική και για την Αλβανία. Σε αυτό το πνεύμα, και με όραμα την προσάρτηση ελληνικών εδαφών σε περίπτωση νίκης του Άξονα, μαζί με τις ιταλικές μεραρχίες εισέβαλαν στην Ελλάδα και εφτά τάγματα του αλβανικού στρατού. Το 1944 ο Ενβέρ Χότζα στο συνέδριο της Πρεμετής, όπου έθεσε τις βάσεις του κομμουνιστικού κράτους, διακήρυξε την ακύρωση όλων των αποφάσεων των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Ήρθε όμως τον Ιούλιο του 1992 η κυβέρνηση Μπερίσα να ακυρώσει με τη σειρά της τις αποφάσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος και να επαναφέρει εκείνες των κυβερνήσεων Ζώγου. Καμία, όμως, βουλή, ούτε η κομμουνιστική ούτε οι μετέπειτα δημοκρατικές, δεν αποφάσισε να καταργήσει διά νόμου εκείνη που ψήφισε το «αλβανικό εμπόλεμο» με την Ελλάδα.

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.